hero image

GENNADIUS LIBRARY NEWS

Blegen Library hours during Easter holidays el

 Blegen Library hours during Easter holidays el

On the occasion of Open House Athens 2024 the Main Reading Room of the Gennadius Library will be open to the public on Saturday, April 13 from 2.00pm to 8.00pm. Free admission with guided tours by volunteers.

Open House Athens is a cultural event, organized by Open House Greece, taking place every spring since 2014. The 11th OPEN HOUSE Athens will take place on April 13-14, with lots of parallel events. Private and public buildings will open their gates to everyone for free and the city will be transformed to a big museum, with its buildings and architecture being the exhibits.

hero image

GENNADIUS LIBRARY NEWS

Hesperia 93.4 Now Online! el

Hesperia 93.4 Now Online! el

test

ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΛΗΜΑΝ

ΜΙΑ ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΗ  ΣΧΕΣΗ
Από το αρχείο του Ερρίκου και της Σοφίας Σλήμαν, ΑΣΚΣΑ Τμήμα Αρχείων

Ο Ερρίκος Σλήμαν ήρθε στην Ελλάδα το 1869. Έχοντας πουλήσει τις επιχειρήσεις του στη Ρωσία και πάρει διαζύγιο από τη Ρωσίδα σύζυγό του, ο Σλήμαν έψαχνε για μια νέα σύντροφο που θα συμμεριζόταν το όνειρό του να ανασκάψει τις ομηρικές ακροπόλεις της Τροίας και των Μυκηνών και να αποδείξει ότι η Ιλιάδα δεν ήταν παραμύθι. 

 

Τον Σεπτέμβριο του 1869 ο Ερρίκος παντρεύτηκε τη Σοφία Εγκαστρωμένου. Αυτός ήταν 48 χρονών, αυτή 18. Μετά από ένα αποτυχημένο ταξίδι του μέλιτος όπου το ζευγάρι έφτασε στα πρόθυρα του διαζυγίου, ο Σλήμαν έφυγε για την Τροία για να ξεκινήσει την ανασκαφή της. Το ζευγάρι δεν χώρισε, αντίθετα απέκτησε δόξα με τις ανακαλύψεις τους, μένοντας μαζί μέχρι τον θάνατο του Ερρίκου το 1890. Το 1936, τα παιδιά τους, Ανδρομάχη και Αγαμέμνων, εμπιστεύθηκαν το αρχείο του ζεύγους στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.

Ο σκοπός της παρούσας ψηφιακής έκθεσης είναι να οπτικοποιήσει με φωτογραφίες και γράμματα από το αρχείο το χρονικό της σχέσης των Σλήμαν συμπληρώνοντας τις δημοσιεύσεις της Ελένης Μπόμπου-Πρωτόπαπα, Σοφία Εγκαστρωμένου-Σλήμαν: Γράμματα στον Ερρίκο (2005) και Δανάης Κουλμάση, Σλήμαν & Σοφία: Μια ιστορία αγάπης (2006).

1. ΓΑΜΟΣ ΑΠΟ ΣΥΝΟΙΚΕΣΙΟ, ΓΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΝΥΦΗ ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ 

main-image
Φωτογραφίες-πορτρέτα της Σοφίας και του Ερρίκου τραβηγμένες στο Παρίσι, περίπου 1869-1870.
Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο Ερρίκου Σλήμαν 

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1869, ο Ερρίκος Σλήμαν (Heinrich Schliemann), πλούσιος Γερμανός επιχειρηματίας, παντρεύτηκε στην Αθήνα την Σοφία Εγκαστρωμένου. Ο Ερρίκος ήταν 48 χρονών και η Σοφία 17. Επρόκειτο για γάμο από συνοικέσιο, δεύτερος γάμος για τον Σλήμαν που μόλις είχε πάρει διαζύγιο μετά από είκοσι χρόνια γάμου με τη Ρωσίδα Ekaterina Lyschin. Ο Σλήμαν που είχε ρευστοποιήσει τις επιχειρήσεις του στη Ρωσία αναζητούσε έναν νέο τρόπο ζωής με σκοπό να αποδείξει ότι οι ομηρικές πόλεις της Τροίας και των Μυκηνών ήταν υπαρκτές και όχι μυθικές. Η επιλογή μιας Ελληνίδας συζύγου ήταν μέρος αυτού του «ονείρου». Το ζεύγος υπέγραψε προγαμιαίο συμφωνητικό βάσει του οποίου η Σοφία δεν θα μπορούσε, όσο ήταν εν ζωή ο Ερρίκος, να έχει καμία απαίτηση επί της περιουσίας του Ερρίκου.

Μετά από έναν παρατεταμένο και ολέθριο ταξίδι του μέλιτος στην Ευρώπη, όπου ο Ερρίκος προσπάθησε να παρουσιάσει χωρίς επιτυχία την άπειρη Σοφία στην υψηλή κοινωνία του Παρισιού, το ζευγάρι επέστρεψε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 1870 στα πρόθυρα διαζυγίου. Οι επιστολές της Σοφίας από το Παρίσι προς την οικογένειά της αναφέρονται στην πολυάσχολη κοινωνική ζωή του ζεύγους, αλλά από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνουμε ότι η Σοφία αφενός αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις μεγάλες απαιτήσεις του συζύγου της, και αφετέρου ότι υπέφερε από έντονη νοσταλγία για την Ελλάδα και την οικογένειά της. Φτάνοντας στην Ελλάδα ο Ερρίκος ήρθε αντιμέτωπος με τη μητέρα και τον μεγάλο αδελφό της Σοφίας που τον κατηγορούσε ότι δεν είχε δωρίσει κανένα κόσμημα αξίας στη σύζυγό του. 

Φοβούμενη το σκάνδαλο ενός διαζυγίου και με τον Σλήμαν να έχει ήδη φύγει για την Τροία για τις πρώτες δοκιμαστικές τομές, η οικογένεια της Σοφίας έριξε τους τόνους της αντιπαράθεσης. Καθώς δεν του είχε παραχωρηθεί επίσημη άδεια από τις Οθωμανικές αρχές για ανασκαφές στην Τροία, ο Ερρίκος επέστρεψε σύντομα στην Αθήνα. 

Πιστεύοντας ότι η νεαρή σύζυγός του ήταν άρρωστη, την πήρε μαζί του σε νέο ταξίδι στην Ευρώπη, με προορισμό το σανατόριο του Schweizermuhle στη Γερμανία. Εκεί η Σοφία διαγνώστηκε με «υστερία», αγαπημένη διάγνωση των γιατρών της εποχής για γυναίκες που δυσκολεύονταν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της έγγαμης ζωής. 

Το ζευγάρι επέστρεψε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 1870 με τον Σλήμαν να παίρνει την επόμενη μέρα το πλοίο για τη Γαλλία. Σε ένα γράμμα που έδωσε στη Σοφία αφού αποβιβάστηκαν, αλλά που είχε γράψει εν πλω, παρουσιάζει τον εαυτό του ως το θύμα αυτού του γάμου και τη Σοφία ως την κακή σύζυγο, έρμαιο των αποφάσεων της οικογένειάς της. Αυτό όμως που καταλαβαίνουμε από την ανάγνωση της επιστολής είναι ότι ο Ερρίκος ένιωθε άβολα από την απρόβλεπτη ανυπακοή και διαφαινόμενη ισχυρή προσωπικότητα της νεαρής γυναίκας. 
 

border-element

2. ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΓΙΑΤΡΟΥ

Ο γιατρός που παρακολουθούσε την καταρρακωμένη ψυχικά και σωματικά Σοφία, ο Μιλτιάδης Βενιζέλος (1822-1887), προσπάθησε με δύο επιστολές γραμμένες στις 22 και 23 Ιουνίου 1870, να πείσει τον Σλήμαν να εγκαταλείψει την ιδέα του διαζυγίου: αφενός ένα δεύτερο διαζύγιο θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα τη φήμη του και αφετέρου είχε μεγάλο μερίδιο ευθύνης σε αυτή την ιστορία: θα έπρεπε να είχε προβλέψει ότι ένας γάμος με μια τόσο νέα γυναίκα δεν θα ήταν εύκολος. Επομένως δεν έφταιγε μόνο η Σοφία που κατά τον Βενιζέλο ήταν μια γυναίκα με «καλήν καρδίαν, νουν υγιή και το ήθος υψηλόν». Σε αντίθεση με τη διάγνωση του Γερμανού γιατρού στο Σανατόριο του Scweizermuhle, ο Έλληνας γιατρός δεν απέδιδε τη συμπεριφορά της Σοφίας σε υστερία. Ο Σλήμαν θα έπρεπε να δείξει μεγαλύτερη υπομονή και να προσπαθήσει περισσότερο για την ευτυχία της Σοφίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι πολλά από τα προβλήματα θα λύνονταν με μια εγκυμοσύνη.

O Σλήμαν θα ακολουθήσει τη συμβουλή του Έλληνα γιατρού με θετικά αποτελέσματα. Η Δανάη Κουλμάση (Σλήμαν &Σοφία: Μια ιστορία αγάπης, Αθήνα 2006, σ. 64-65) πιστεύει ότι η αλλαγή στη συμπεριφορά του Σλήμαν οφειλόταν και σε έναν άλλο βαθύτερο λόγο. Ο Σλήμαν «θέλει να διατηρήσει ζωντανό το όνειρο… εξακολουθεί να θεωρεί τη Σοφία αναπόσπαστο μέρος του βίου και του έργου του». Τον Ιούλιο του 1870 ο Ερρίκος και η Σοφία ταξίδευσαν μαζί στο Παρίσι και από εκεί κατευθύνθηκαν στα βόρεια παράλια της Γαλλίας για να περάσουν τον Αύγουστο στην Boulogne-sur-Mer, όπου η Σοφία θα ηρεμήσει κοντά στη θάλασσα που τόσο λάτρευε. Τους επόμενους μήνες ο Σλήμαν που πάλι ταξίδευε για δουλειές μεταμορφώνεται σε τρυφερό σύζυγο στέλνοντάς της τρυφερά γράμματα με συμβουλές και παραινέσεις: η Σοφία ήταν έγκυος.

Εννιά μήνες αργότερα, στις 25 Απριλίου 1871, γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, η Ανδρομάχη. Ο Ερρίκος και η Σοφία θα βρουν καταφύγιο στη γαλήνια Boulogne-sur-Mer πολλές φορές στη διάρκεια του εικοσαετούς γάμου τους. To καλοκαίρι του 1877, την επιτυχημένη εμφάνιση του ζεύγους Σλήμαν στο Βασιλικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο του Λονδίνου ακολούθησαν έξι εβδομάδες διακοπών στην Boulogne-sur-Mer. Μερικούς μήνες μετά, στις 16 Μαρτίου 1878, η Σοφία έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί τους, τον Αγαμέμνονα. 

 

main-image
Ο γιατρός Μιλτιάδης Βενιζέλος.
Περιοδικό Ποικίλη Στοά, Εθνικόν Ημερολόγιον 1889
border-element

3. ΕΡΡΙΚΑΚΙ ΚΑΙ ΣΟΦΙAKIΟΝ

main-image
Εκλαϊκευμένη απόδοση της ζωής του Ερρίκου και της Σοφίας, σε μορφή κόμικ, στα ισπανικά, 17 Φεβρουαρίου 1971.
Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο Curtis Runnels

Η Σοφία και ο Ερρίκος θα ανταλλάξουν εκατοντάδες επιστολές στα είκοσι-ένα χρόνια του γάμου τους, πολύ περισσότερες από άλλα ζευγάρια της εποχής. Οι συχνές και πολύμηνες απουσίες του Ερρίκου από τη συζυγική στέγη είτε λόγω ανασκαφών, είτε άλλων ταξιδιών και οι υποχρεωτικές θερινές διακοπές της Σοφίας, συνήθως άνευ Ερρίκου, στις ευρωπαϊκές λουτροπόλεις αποτελούν τους κυρίως λόγους για τη συχνή αλληλογραφία. 

Το μεγαλύτερο μέρος των επιστολών της Σοφίας προς τον Ερρίκο έχουν δημοσιευθεί από την Ελένη Μπόμπου-Πρωτόπαππα (Γράμματα στον Ερρίκο, Αθήνα 2005). Για τις επιστολές του Ερρίκου προς τη Σοφία δεν υπάρχει ξεχωριστή δημοσίευση. Η Δανάη Κουλμάση στο βιβλίο της Σλήμαν & Σοφία: Μια ιστορία αγάπης (Αθήνα 2006) παραθέτει αποσπάσματα από τα γράμματα του Ερρίκου, αλλά επειδή το βιβλίο της στερείται παραπομπών είναι πολύ δύσκολος ο εντοπισμός τους στο αρχείο. 

Μετά τους ταραχώδεις πρώτους μήνες του γάμου τους, το ταξίδι τους στη Boulogne-sur-Mer τον Αύγουστο του 1870, την εγκυμοσύνη της Σοφίας και τη γέννηση της Ανδρομάχης τον Απρίλιο του 1871, παρατηρούμε θεαματική βελτίωση στις σχέσεις του ζευγαριού. Στο αρχείο της Σοφίας Σλήμαν σώζονται 10 επιστολές του Ερρίκου σταλμένες σε διάστημα έξι μηνών από τον Αύγουστο έως τον Δεκέμβριο του 1871.

Η Σοφία είναι λίγο πιο τυπική στις προσφωνήσεις της: «Ακριβέ και περιπόθητέ μου σύζυγε» στις 25 Απριλίου 1872, ανήμερα των πρώτων γενεθλίων της Ανδρομάχης με τον Σλήμαν απόντα στην Τροία, αλλά και «Αγαπητέ μοι σύζυγε Ερρικάκι» (28 Σεπτεμβρίου 1875) ή «Φίλτατέ μοι Ερρικάκι» (4 Οκτωβρίου 1875), σε μια περίοδο που οι σχέσεις τους ήταν πάλι σε ένταση. Συνήθως τελειώνει τα γράμματά της είτε με το ονοματεπώνυμό της, είτε «μετ’ αγάπης η πιστή σύζυγός Σου Σοφία» ή «Μετά των τέκνων Σε ασπαζόμεθα (18 Ιουλίου 1883). 

Η Δανάη Κουλμάση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ιδιωτική ζωή του ζεύγους που παρά τη διαφορά ηλικίας και τον συντηρητισμό που χαρακτήριζε την ερωτική ζωή των ζευγαριών του 19ου αιώνα, φαίνεται ότι υπήρχε έντονος ερωτισμός ανάμεσά τους. Εάν και υπονοείται εδώ κι εκεί στην αλληλογραφία τους, η καλύτερη πληροφόρηση προέρχεται από την αλληλογραφία του Ερρίκου με τον γιατρό και ανθρωπολόγο Rudolf Virchow (1821-1902), συνομήλικο του Σλήμαν και οικογενειακό φίλο του ζεύγους. Σε αυτόν απευθύνονταν και οι δύο για συμβουλή όταν υπήρχαν προβλήματα στη σχέση τους (Κουλμάση 2006, 224-228).

 

border-element

4. «ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟ»

Εάν ένα πράγμα επιθυμούσε ο Σλήμαν περισσότερο από τη Σοφία ήταν η ενεργή συμμετοχή της στις ανασκαφές του. Αρκετά ασυνήθιστο σε μια εποχή όπου οι ρόλοι των δύο συζύγων ήταν διακριτοί και οι νυμφευμένες γυναίκες δεν εμπλέκονταν στην επαγγελματική ζωή των συζύγων. Η Σοφία αρνήθηκε να συνοδεύσει τον Σλήμαν το φθινόπωρο του 1871 στις πρώτες επίσημες ανασκαφές του στην Τροία με τη δικαιολογία ότι η Ανδρομάχη ήταν πολύ μωρό για να την αφήσει σε άλλους. Ο Σλήμαν δεν της γράφει για κάποιο διάστημα κι όταν αποφασίζει να της απαντήσει (στα γαλλικά) της θυμίζει τον πόνο που του προκάλεσε η άρνησή της να πάει μαζί του στην Τροία. 

Μετά τις ανασκαφές του 1871, ο Σλήμαν θα επιστρέψει στην Τροία τον Απρίλιο του 1872. Τέλος Μαΐου, η Σοφία πήγε να τον βρει, αφήνοντας στους γονείς της την ενός έτους Ανδρομάχη. Αρχικά, ο Σλήμαν της ανέθεσε την επίβλεψη δύο εργατών, στη συνέχεια όμως της έδωσε την εποπτεία μιας τομής. Είναι προφανές ότι ήθελε τη Σοφία μαζί του στα σκάμματα και όχι σε κάποιο επικουρικό ρόλο στο σπίτι της ανασκαφής. Τις ίδιες μέρες έστειλε στον πεθερό του μια έκθεση των ανασκαφών προς εκτύπωση: «Εσωκλείστως επίσης η 9η έκθεσις μου, ή καλλίτερον η έκθεσις της Σοφίας, διότι αύτη την συνέγραψε και όλαι αι ιδέαι είναι εδικαί της». Όχι μόνο βασιζόταν επάνω της για τη σύνθεση των ανασκαφικών του εκθέσεων αλλά δεν δίσταζε να της αποδώσει τα εύσημα. 

Οι ανασκαφές στην Τροία επαναλήφθηκαν τον Φεβρουάριο του 1873 με πολύ κρύο και κακό καιρό. Η Σοφία ταξίδεψε στην Τρωάδα τον Απρίλιο με σκοπό να μείνει μαζί του καθ’ όλη τη διάρκεια της ανασκαφής. Αυτή τη φορά της ανέθεσε την εποπτεία των ανασκαφών στο Πασά Τεπέ (Κουλμάση 2005, σ.129)· όμως τα νέα για τον θάνατο του πατέρα της την ανάγκασαν να φύγει από την Τροία στις αρχές του Μαΐου. Στο τέλος του μήνα ο Σλήμαν θα ανακαλύψει τον Θησαυρό του Πριάμου. Τη σημαντικότερη ίσως στιγμή στη ζωή του δεν την μοιράστηκε με τη Σοφία παρότι στις δημοσιεύσεις του θα ισχυριστεί ότι η Σοφία ήταν μαζί του την ώρα της ανακάλυψης. Έχει χυθεί πολύ μελάνι από τους ερευνητές στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν γιατί ο Σλήμαν επινόησε την παρουσία της Σοφίας στην ανακάλυψη του Θησαυρού. Η απάντηση μάλλον βρίσκεται σε επιστολή που έστειλε ο Σλήμαν στον Διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου, Charles Newton, στις 27 Δεκεμβρίου 1873. (Η επιστολή που βρίσκεται στα Αρχεία του Μουσείου δημοσιεύτηκε από την Lesley Fitton.)

“... On acc[oun]t of her father’s sudden death Mrs Schliemann left me in the beginning of May. The treasure was found end of May; but since I am endeavouring to make an archaeologist of her, I wrote in my book that she had been present and assisted me in taking out the treasure. I merely did so to stimulate and encourage her, for she has great capacities. So f[or] i[nstance] she has learned Italian here in less than two months.”

 

Στο σκληρό εξώφυλλο του ημερολογίου των ανασκαφών στην Τροία το 1873 ο Σλήμαν έγραψε «Henry und Sophia», έστω και για τις λίγες μέρες που έσκαψε μαζί του εκείνη τη χρονιά. Η Σοφία δεν διέψευσε ποτέ τον Σλήμαν ακόμα κι όταν αυτός δεν ήταν εν ζωή. Μάλιστα κάποια στιγμή ανάμεσα στο 1873 και στο 1877 η Σοφία πόζαρε στον φωτογράφο, ως Ελένη της Τροίας, φορώντας μέρος από τον λεγόμενο Θησαυρό του Πριάμου. Η Σοφία θα ταυτιστεί με αυτήν την εικόνα όχι μόνο στο υπόλοιπο της ζωής της αλλά και μετά θάνατον. Είναι η φωτογραφία με τη μεγαλύτερη χρήση σε εξώφυλλα βιβλίων με θέμα τον Ερρίκο Σλήμαν και τις ανασκαφές στην Τροία.

Όσο μπορούσε, ειδικά πριν από τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους το 1878, η Σοφία ακολουθούσε τον Ερρίκο στις ανασκαφές και συμμετείχε ενεργά στη δύσκολη καθημερινότητα της αρχαιολογικής ζωής. Θα πρέπει να σημειωθεί (κι έχει περάσει σχετικά απαρατήρητο στην έρευνα) ότι η Σοφία είχε πολλές αποβολές στη διάρκεια της ζωής της. Στις Μυκήνες θα ήταν μαζί του στην αποκάλυψη των ασύλητων λακκοειδών τάφων του Ταφικού Κύκλου Α, το 1876. Ο Σλήμαν πρόβαλλε ακόμα μια φορά την παρουσία της αναδεικνύοντας τη συμβολή της στην ανασκαφή. Αντίθετα επέλεξε να υποβαθμίσει τον ρόλο του αρχαιολόγου Παναγιώτη Σταματάκη που είχε στείλει η Αρχαιολογική Εταιρεία να εποπτεύσει την ανασκαφή των Μυκηνών. Γνωρίζουμε από τη δημοσίευση των ημερολογίων του Σταματάκη (Βασιλικού 2011) ότι η Σοφία υιοθέτησε, σε μερικές περιπτώσεις, συμπεριφορά βασιλικότερη του βασιλέως επιπλήττοντας τον Σταματάκη, ο οποίος γράφει σε επιστολή του προς τον Στέφανο Κουμανούδη, γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας: «Η μετά του κ. Σχ. σχέσις μου διατελεί διακεκομμένη συνεννοούμεθα δε διά των επιστατών. Η κυρία του επέστρεψεν ενταύθα εξ Αθηνών, αλλά καλό ήτο να μην ήρχετο. Διότι παν ό,τι συνέβη αυτή το επροκάλεσε και φοβούμαι πολύ μην έχωμεν πάλιν τα ίδια» (Βασιλικού 2011, σ. 203). 

 

main-image
Φωτογραφία της Σοφίας Σλήμαν με τα κοσμήματα από τον Θησαυρό του Πριάμου. Η συγκεκριμένη φωτογραφία που υπογράφεται από τον Ν. Ζωγράφο (1881-1967) αποτελεί αντίγραφο της πρώτης που χρησιμοποιήθηκε για την εικονογράφηση του The Graphic. Κατά τη συνήθεια της εποχής, η Σοφία την έδινε σε γνωστούς και φίλους συμπεριλαμβανομένου του Αμερικανού αρχαιολόγου Carl W. Blegen.
Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο Carl W. Blegen
border-element

5. ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ ΜΕ ΚΟΙΝΩΝΙΟΠΑΘΗ;

main-image
Η Σοφία, έγκυος στον Αγαμέμνονα, με την μικρή Ανδρομάχη στο Παρίσι, 1877.
Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο Lynn and Gray Poole

Μετά από την τόσο επιτυχημένη εμφάνιση του ζεύγους στο Λονδίνο, ο Ερρίκος και η Σοφία αναχώρησαν για την αγαπημένη τους Boulοgne-sur-Mer, όπου κατέλυσαν στο Hôtel du Pavillon Impérial για πέντε εβδομάδες διακοπών.

Από εκεί, αντί να επιστρέψουν στην Ελλάδα, ο Σλήμαν εγκατέστησε την έγκυο Σοφία στο Παρίσι, υπό την παρακολούθηση Γάλλων και Ελλήνων γιατρών, ώστε να αποφευχθεί άλλη μια αποβολή από τις πολλές που είχε ήδη η Σοφία μετά τη γέννηση της Ανδρομάχης. Τους επόμενους μήνες μέχρι τη γέννηση του Αγαμέμνονος τον Μάρτιο του 1878, η Σοφία θα μείνει μόνη της στο Παρίσι με την Ανδρομάχη και τη Γαλλίδα γκουβερνάντα και παροδικές επισκέψεις του αδελφού της Σπύρου, όπως και της μητέρας της προς το τέλος της εγκυμοσύνης. Ο Ερρίκος θα περάσει να τους δει για δύο μέρες μόνο, επιστρέφοντας από το Würzburg στην Αθήνα. Στο Παρίσι επέστρεψε μια εβδομάδα πριν από τη γέννηση του γιου του στις 16 Μαρτίου 1878. 

Ο David Traill θεωρεί ότι μόνο ένας κοινωνιοπαθής και εγωπαθής σαν τον Σλήμαν θα μπορούσε να αφήσει τη γυναίκα του σε μια ξένη χώρα να περάσει μόνη όλη τη εγκυμοσύνη της (Traill 1986). Ακόμα και οι Lynn και Gray Poole, οι συγγραφείς του One Passion, Two Loves, που παρουσίασαν με πολύ ρομαντισμό τη σχέση του Ερρίκου και της Σοφίας, βρίσκουν τη συμπεριφορά του Σλήμαν εντελώς ανεξήγητη. 

 

border-element

6. Η ΣΟΦΙΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ!

Πέρα από τη τσιγκουνιά του Ερρίκου, άλλο αγκάθι στη σχέση τους υπήρξε η εμμονή του στις θεραπευτικές ιδιότητες του νερού είτε επρόκειτο για ιαματικά νερά, ψυχρολουσίες ή μπάνιο στη θάλασσα. Ο ίδιος κολυμπούσε χειμώνα-καλοκαίρι. Όταν ήταν στην Αθήνα πήγαινε κάθε πρωί με το άλογό του στο Φάληρο. Ακόμα και στην Τροία δεν έχανε την ευκαιρία να ιππεύσει μέχρι τη θάλασσα για κολύμπι. 

Από το 1880 θα ξεκινήσουν οι σχεδόν υποχρεωτικές καλοκαιρινές διακοπές της Σοφίας και των παιδιών σε κάποια ευρωπαϊκή λουτρόπολη της Γερμανίας και της Αυστρίας. Ο Σλήμαν ήταν συνήθως απών ή έκανε τα μπάνια του σε κάποια γειτονική λουτρόπολη, όπως το καλοκαίρι του 1883 με τον Ερρίκο να παραθερίζει στο Bad Wildungen (Γερμανία) και τη Σοφία με τα παιδιά στο Carlsbad και στο Franzenbad της Βοημίας. 

Η μεγαλύτερη επανάσταση της Σοφίας θα έρθει στο τέλος του 1885, όταν θα πάρει μόνη της τη μεγάλη απόφαση, εφόσον ο Σλήμαν ήταν σε ταξίδι αναψυχής στην Κούβα, να διακόψει τις σπουδές της Ανδρομάχης στο ελβετικό παρθεναγωγείο της Λωζάννης και να επιστρέψουν στην Αθήνα. Η Σοφία διαφωνούσε με τα προχωρημένα ήθη του παρθεναγωγείου. Κατά βάθος ίσως δεν άντεχε στην ιδέα να περάσει άλλη μια «εξορία», μακριά από την αγαπημένη της Αθήνα.

Ένα χρόνο αργότερα στο τέλος του καλοκαιριού το 1886 αφού έχει υποστεί ακόμα μια φορά την «εξορία» των ευρωπαϊκών λουτροπόλεων μακριά από την αγαπημένη της θάλασσα, αποφασίζει μόνη της, χωρίς την έγκρισή του, να πάρει τα παιδιά και να πάνε στην παραλιακή Οstende του Βελγίου. 

 

main-image
Τo ξενοδοχείο Belvedere στο Marienbad όπου βρισκόταν η Σοφία το καλοκαίρι του 1884 (από απόδειξη του ξενοδοχείου).
Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο Ερρίκου Σλήμαν
border-element

7. «ΧΡΥΣΕ ΜΟΥ ΠΑΠΑ»

main-image
Αγαμέμνων (Μεμέκος) και Ανδρομάχη (Ανδρομαχείδιον) Σλήμαν, Marienbad, 1883 περίπου.
Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο Ερρίκου Σλήμαν

Με τον Σλήμαν απόντα για μεγάλα χρονικά διαστήματα η Σοφία είχε αναλάβει πρωτεύοντα ρόλο στην ανατροφή και επιμέλεια των παιδιών τους. Στο αρχείο του Ερρίκου Σλήμαν υπάρχουν περισσότερα γράμματα της Ανδρομάχης που ήταν η μεγαλύτερη από τα δύο παιδιά και λιγότερα από τον μικρότερο Αγαμέμνονα. Η Σοφία πάντα μετέφερε στον Ερρίκο τα νέα των παιδιών, ενώ μερικές φορές τα έβαζε να προσθέσουν μια-δύο αράδες στα δικά της γράμματα.

Ο Σλήμαν είχε και τρία παιδιά από τον πρώτο του γάμο με τη Ρωσίδα Ekaterina Lyshina: τον Sergei (1855-1939), την Natalya (1858-1869) και τη Nadezhda (1861-1935). Ο Σλήμαν βρισκόταν στο ταξίδι του μέλιτος με τη Σοφία όταν έμαθε για τον θάνατο της κόρης του Natalya. Η Σοφία σε γράμμα προς τον πατέρα της περιέγραψε τις δύσκολες ώρες που πέρασαν. Όταν έφτασε η είδηση, «έλαβεν μορφήν ως νεκρός, επί τρεις μέρες».

Στο αρχείο του Ερρίκου Σλήμαν βρίσκονται περίπου 115 γράμματα από την Nadezhda και 411 γράμματα από τον Sergei που δείχνουν ότι ο Σλήμαν διατηρούσε στενή επαφή με τα παιδιά του από τον πρώτο γάμο. Καθώς τα περισσότερα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι γραμμένα στα ρωσικά, αδυνατούμε να κατανοήσουμε σε βάθος τις σχέσεις τους. Πάντως φαίνεται ότι η Σοφία διατηρούσε καλές σχέσεις με τα παιδιά του Ερρίκου, τουλάχιστον με τον Sergei. 

 

border-element

8. ΟΥΣ Ο ΘΕΟΣ ΣΥΝΕΖΕΥΞΕΝ

Η ανέγερση του μεγάρου Ιλίου Μέλαθρον διάρκεσε τρία χρόνια (1878-1880). Ήταν όνειρο ζωής για τον Ερρίκο, όχι όμως και για τη Σοφία που ήταν συναισθηματικά δεμένη με το πρώτο τους σπίτι, στην οδό Μουσών. Το μέγεθος και η πολυτέλεια του νέου σπιτιού της θύμιζαν περισσότερο μουσείο παρά σπίτι. 

«… ορώ ότι αι Μοίραι πολλά μεν επουλώσαντο ημείν πικρά πολλά δε και ηδεία· επειδή δε ατενίζειν ειωθώμεν τα παρεληλυθότα διά ροδοειδούς καλύπτρας, επελανθανόμενοι των παρεληλυθότων δεινών. Μεμνημένοι δε μόνον των ηδέων, ου δύναμαι αρκούντως εγκωμιάζειν τον ημέτερον γάμον και γαρ ουκ επαύσω ποτέ ούσα μοι άλοχος προσφιλής και εταίρος αγαθός και κυβερνήτης εν ταις δυσκολίαις πιστός έτι δε συνέμπορος φιλόφρων και μήτηρ των ου τυχουσών»

Μετά τον θάνατο του Ερρίκου η Σοφία έζησε στο Ιλίου Μέλαθρον μέχρι το 1926, όταν μετακόμισε στο Παλαιό Φάληρο. Το Ιλίου Μέλαθρον υπήρξε για δεκαετίες κοινωνικό και πνευματικό τοπόσημο της Αθήνας, με τη Σοφία και την κόρη της Ανδρομάχη, ως φιλόξενες οικοδέσποινες να τιμούν την υστεροφημία του Σλήμαν. 

 

main-image
Το Ιλίου Μέλαθρον, 1900 περίπου.
Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων, Αρχείο Oscar Broneer
border-element

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



  • Βασιλικού, Ν. 2011. Το χρονικό της ανασκαφής των Μυκηνών 1870-1878, Αθήνα.
  • Daleziou, E. and N. Vogeikoff-Brogan, 2022. The Stuff of Legend: Heinrich Schliemann’s Life and Work. Celebrating the Bicentennial of His Birth (https://schliemannlegend2022.gr/index.php/en/)
  • Herrmann, J., E. Maaß, C. Andree, and L. Hallof, c. 1990. Korrespondenz zwischen Heinrich Schliemann und Rudolf Virchow: 1876-1890, Berlin.
  • Κουλμάση, Δ. 2006. Σλήμαν & Σοφία: Μια ιστορία αγάπης, Αθήνα
  • Μπόμπου-Πρωτόπαπα, Ε. 2005. Σοφία Εγκαστρωμένου-Σλήμαν: Γράμματα στον Ερρίκο, Αθήνα.
  • Trail, D. A. 1986. “Schliemann’s Acquisition of the Helios Metope and his Psychopathic Tendencies,” Myth, Scandal, and History: The Heinrich Schliemann Controversy and a First Edition of the Mycenaean Diary, ed. W. M. Calder III and D. A. Traill, Detroit, 48-80.
  • Poole L. and G. 1967. One Passion, Two Loves: The Schliemanns of Troy, London.
  • Stager, J. 2022. “Sophia’s double: photography, archaeology, and modern Greece,” Classical Receptions Journal 20, 1–42.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ



  • ΟΡΓΑΝΩΣΗ 
    Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων
  • ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ 
    Ναταλία Βογκέικωφ-Brogan 
    Λήδα Κωστάκη
  • ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΚΘΕΣΗΣ 
    MainSys
Ancient Corinth

Greeks and Americans in Corinth: Uncovering the Past and Building the Future Hand-in-Hand

The geographical location of Ancient Corinth made it one of the most important cities of ancient Greece. The city held great strategic significance throughout its existence as an ancient Greek city, as well as later for the Roman Empire, Byzantium, the Franks, the Venetians, and the Ottomans—right up to the present day.

It is only natural that a region with such a rich history would attract the interest of travelers and archaeologists alike. The first archaeologists from the American School of Classical Studies began excavations at Ancient Corinth in 1896. 

The excavations carried out by Greek and American archaeologists have brought to light an enormous number of findings. One of the main goals of the American School—beyond studying, publishing, and exhibiting the archaeological discoveries in the museum to make them accessible to the general public—is the preservation, conservation, and maintenance of the records produced from the very first dig in 1896 to the excavations of the present day, 129 years later. 

Generations of archaeologists working in the area have created an extensive archive of their excavations in various forms, which serves as the foundation for publications on legacy data as well as future archaeological research. This archive also contains the stories of local families and individuals who worked alongside archaeologists to uncover the ancient city and its people’s way of life. 

 

The Making of Ancient Corinth: Archaeological Landscape and Local Families in the Digital Archive of ASCSA

The people living on top of ancient monuments and those who travelled from far away to engage in the excavation of those monuments collaborated to accomplish the goal of identifying the historic city of Ancient Corinth. Working hand in hand, these collaborators also created all that exists today from the archaeological landscape to the artefacts displayed and stored in the museum. The stories in the excavation notebooks and in the inventory cards of the finds are too numerous to pay individual tribute to all who have contributed to the collections archive during the last 129 years, particularly since this archive is constantly being augmented.  As such, a few select vignettes will be presented here. 

The Giambouranis well and the Bakoulis dump, as archaeologists have referred to them, are written in the memory of both the people who worked the areas and the generations of scholars coming afterwards. The newer generation tries to identify where precisely the well was located and what finds came from it, thus reconstructing the relationships between object and monument that initial research interfered with in the first place.   

The American researchers collaborated with many local families in their attempt to uncover the ancient city.  First and foremost, the land covering the monuments belonged to the people living on top of the monuments.  These land plots had to be expropriated and donated to the Greek State before excavation would begin.  Records exist both in terms of plans, photographs and excavation notebooks that record in detail the land, the owners and what antiquities were found in each place.  Even today, people are constantly finding antiquities in their fields and they are the ones who know the landscape better than anyone and can teach the Americans about it. 

In the following short stories, local Corinthian families will be featured so that people will know exactly what was found in each family’s plot of land after it was excavated and thus, how each of these families contributed to our collective knowledge about the past and the ancient people who lived where the modern families live hundreds of years later.

main-image
Gregorios Tselios' house on top of the fountain of Peirene, 1905

Renting the Fields: The Disagreement between Hill, Blegen and the Bakoulis Brothers

map image

Relationships were not always easy, since the archaeologists wanted to dig up the fields to expose the antiquities but the people needed to cultivate them and live from their produce.  Agreements had to be made and disagreements had to be resolved.  

 

The archaeologists working with a huge workforce, up to 100 and more workmen, were moving a lot of earth using carts and donkeys in order to reveal the ancient monuments. This earth had to be dumped away from the excavations.

Bakoulis was a big family as is indicated on the maps of properties where the family name appears repeatedly. The field owned by the Bakoulis brothers, Serafeim, Thomas, and Ioannis, sons of Demetrios, was rented out to the archaeologists for this purpose, to dispose of the earth temporarily while the monuments were uncovered.

Correspondence between American archaeologists, Bert Hodge Hill (Director of the American School 1906-1926) and Carl W. Blegen (Secretary of the ASCSA 1913-1920), and the Bakoulis brothers describes the agreements made for the Americans to rent the field for dumping the earth, then to return it to its owners for cultivation for the remainder of the year. However, agreement on the terms and conditions of the collaboration did not come easily.

Blegen wrote, “I saw the Bakoulides today twice and had a long discussion with them. They refuse absolutely to let us cross their land except for 2 100 dr notes. 2 of them Seraphim and Thomas talked very brutally and called us liars. They assert their agreement with us was for 3 months, not for the year. The signed paper, however, which I showed them says ‘during 1914 to end of work of 1914’! They say if we attempt to run a car they will have the law on us. Finally said "the matter is finished.” We urged them to reconsider. Prospects not good.” (ASCSA Corinth Excavations Notebook 78, p. 8, October 8, 1914) 

Further down, Blegen continued: “Angelis (Kosmopoulos, the foreman) says he will go ahead tomorrow in spite of Bakoulis. He has looked up law and finds it is on our side. We are required to pay damage to crop, mainly and have full rights of passage. Question of next year is different. There seems no further use in negotiating with Bakouli. It is quite impossible to deal with them. We have tried every way we could think of.” (ASCSA Corinth Excavations Notebook 78, p. 15, October 11, 1914) 

The Bakoulis brothers caused problems for the archaeologists, even though they were paid a fair sum to rent out their fields for the disposal of excavation soil. Recently, Ioannis Bakoulis, one of the grandsons of the three brothers, who still lives in the village, handed over to the ASCSA a letter sent to the Bakoulis brothers by Bert Hodge Hill in 1916.

Hill stated in the letter that he had investigated in Ancient Corinth and with the Ministry of National Finance regarding the profit from the cultivation of wheat in the field as amounting to 65-75 drachmas per stremma. He thus, offered the brothers to rent their field for 75 drachmas per stremma. He concluded, “I offer this rent…because I do not want you to suffer any damage because of us.”

 

main-image
Excavation dump in Bakoulis Field, 1905

Oscar Broneer Excavating in Vlachos’ Field

map image
main-image
Circular Monument in foreground during excavation in 1928-1929 with modern houses on top

In 1933 Oscar Broneer was excavating in the Vlachos Field in the Forum. The field was bought for 20,000 (10,000 drachmas/stremma), “High price!” in ASCSA Corinth Excavations Notebook 132, p. 72, December 1, 1922. The excavators uncovered the circular base of a huge monument, the Circular Monument. Only the base is preserved, parts of the second drum were broken up and built into gate posts, so it is difficult to know what it originally supported. 

 

Oscar Broneer was a prominent archaeologist who served as acting director of the ASCSA from 1947-1948 and directed excavations at Isthmia from 1952-1956.  In Corinth he excavated for many decades and brought to light and published two significant monuments, the Odeion and the South Stoa. Broneer dedicated his life to the Corinthia, adopted Ancient Corinth as his home, served as the Executive Vice President of the Greek War Relief Association in New York City during WWII and was awarded the Royal Hellenic Order of the Phoenix for acts of dedication to his adopted country in 1962. He filmed the Triumph Over Time in 1947. Broneer died in 1992 and was buried in the village cemetery.  

During his excavations in the Vlachos field, he wrote in ASCSA Corinth Excavations Notebook 135, pp. 168-169, May 24, 1933: 

 

“Wednesday May 24, 1933
109 men, 71 in Agora SE
295 and 104 cars for a total of 399 cars (of dumped earth)
Work continued in Vlachos field in middle section west of circular base where we destroyed walls and began defining larger circle of base. Also continued at east and where we are cutting away modern road.  The road was removed toward the east close to the barn in order to leave room for us to clear the southeast corner of the building.” 



The number of men employed is huge, 109 men in this case.  The number of cars refers to the railroad cars, visible in the excavation photos, full of earth that was removed from the archaeological area and dumped every single day in order to reveal the ancient buildings.  According to this notebook entry, 399 cars of earth were moved in a single day. This shows the immense amount of labor by the workforce of Corinthian workmen.

The objects discovered include a wide range of artifacts with diverse dates and of different types of materials including remains of a whole Roman terracotta roof belonging to a monument in the center of the Forum to the north of the South Stoa.  Only a small collection is shown here.

 

An Amazing Discovery at Anaploga: The Story of the Giambouranis-Tsimbouris-Papamichael Athena or Apollo Head 

An amazing discovery was made in the area of Anaploga in 1962. During Roman times, as today, this area was the site of wealthy villas most probably because of the spectacular views it affords of the landscape.

 

In one of the Roman villas in the area colourful mosaics were excavated which were then transferred to the Museum by the Restoration Department of the Ministry of Culture and they are currently on display in the Roman Gallery.

From a similarly spectacular environment originates the magnificent marble head of a god/goddess that is uniquely preserving its eyes. The head is 0.54 m tall, it was presumably designed for insertion into a body of wood, part of an acrolithic statue. The top of the head was roughly finished and locks of hair just over the forehead are cut back to provide a ledge for supporting an attachment- a crown, taenia, or helmet (?). Mary C. Sturgeon concluded that it represents Athena because a helmet was most probably attached by a marble tenon. The eyeballs were separate pieces of marble, set in white plaster into hollow sockets; the pupils were of another material, and were set into the cavities in the eyeballs. The eyelashes, made of strips of bronze, were anchored in place by the eyeballs. In 2013 a similar bronze eyelash from another statue was excavated in Nezi field (cat. no. MF 2013 12). Each ear lobe was pierced for hanging earrings. Traces of gilding are preserved on the hair on the right side of the head. 

main-image
Excavations of graves in the area of Anaploga in 1976
main-image
Marble head of Athena or Apollo, after cleaning (cat. no. S 2682)

The story of the head’s discovery is related by Henry S. Robinson in Corinth excavation notebook 239.

Henry S. Robinson was both director of the ASCSA from 1959-1969 and director of Corinth Excavations from 1959-1965. While excavations were conducted continuously from 1896, there were times due to historical events in Greece that excavations were interrupted. After such an interruption, Robinson resumed annual excavations at Ancient Corinth in 1959 and excavations have been happening continuously ever since. Robinson decided that holding both a directorship of ASCSA and Corinth was an immense task and, thus, he appointed C. K. Williams II as the first independent director of the Corinth Excavations. Williams retired from the position in 1997.

Robinson reports on the location of the find of the head as follows:

 

“This site lies in a field belonging to the widow of Papamichael, some 600m west of the Odeion, on the right (north) side of the road to Haghioi Anargyroi, immediately east of the ravine in which we have thrown our excavation dump in 1959-1961.”

 

And the story, as it unfolds in Robinson’s excavation notebook, is as follows:

 

“In December of 1961 or at least before January 1962, the field was ploughed for the owner by a tractor drawn plough belonging to Konst. Giambouranis and Evag. Tsibouris, both residents of Archaia Korinthos. In the course of the work they found a marble head of a deity, over life-size, with inset eyeballs and inset bronze eyelashes. The nose was missing, as were the inset pupils of the eyes. This find they reported to the Archaeological Service in Athens in late February and turned over to the Corinth Museum guards on March 2, 1962.

Mr. Verdelis, the Ephor, requested us to dig briefly in the area where the head was found in an attempt to recover the nose and pupils. With four workmen we undertook to dig in the area where Giambouranis and Tsibouris reported the discovery of the head. During the day the man who drove the Giambouranis-Tsibouris tractor on the day of the discovery of the head reported that the head was in the area just north, and at end of day practically on the line between the two areas designated we found one of the locks of hair from the right side of the neck of the head. Since the discovery of the head, the owner has planted his field with olive trees. We have agreed with the son of the widow Papamichael that after the spring excavation we will refill our trenches and replant such olives as we removed, paying him some compensation for loss of growing time of the trees. If, however, the finds are such as to warrant leaving the trenches open, we will negotiate for the purchase of the property.”

 

The head of Athena/Apollo is not on display in the Corinth Museum but rather is kept in storage among other spectacular marble portraits.

 

Bringing over to the Museum Surface Finds from your Fields: The Yambouranis Running Gorgo/Medousa



In addition to the remarkable head above, smaller artifacts have also been discovered and brought to the Corinth Museum by members of the local community. People often find antiquities while walking or working their land so they deposit the artifacts at the museum for everyone to appreciate. They know the land and its antiquities best than anybody.

This is the story of a small terracota figurine of a running Gorgo/Medusa (cat. no. MF 9761). 

We have many examples of the type in the collection in Corinth because the myth of Medusa is so central for Corinthian identity. Medusa or Gorgo was one of the three Gorgons. She had living snakes for hair and the ability to turn anyone who looked at her into stone. The Greek hero Perseus beheaded her and gave her head, which still retained its abilities, to Athena to place on her shield, thus, forming the Gorgoneion, an evil-averting weapon. From the blood of the beheaded Medusa sprung Pegasus, the flying horse, an important symbol of Corinth. Medusa appears in stone, terracotta, bronze and her powers were so entrenched in the Corinthian psyche that the symbol survives on the bezel of a Byzantine finger ring, having been Christianized with the XR symbol.

The terracota figurine of a running Gorgo/Medusa with cat. no. MF 9761 was found by A. Yambouranis in his field (region of North Cemetery) in September 1951 as is stated in the Corinth Excavations Notebook 272, p. 68. The North Cemetery is an extensive burial ground in the plain to the North of the city. Excavations by the American School brought to light 375 graves of the period 625-200BC, many of them sarcophagus burials. In recent excavations by the Greek Archaeological Service due to public works this number has been hugely augmented.

 

main-image
Terracotta figurine of the Gorgo/Medousa type (cat. no. MF 9761)

Tseliolophos

map image
main-image
Interior of Shear Painted Tomb decoration, wall-painting of peacocks, symbols of immortality, by Mary Wyckof

North-west of the Roman forum two hills are located overlooking the plain to the North. Cheliotomylos was the hill where the family of Cheliotis had a mill. Tseliolophos was the hill to the east of Cheliotomylos and separated from it by a ravine. The Tselios family owned property there.  Archaeologists refer to these hills as Cheliotomylos and Tseliolophos. During the early 1930s 117 Geometric to Roman graves and several chamber tombs were found at Cheliotomylos. The most striking find was a well that contained a great mass of Early Helladic pottery of the 3 rd millennium BC and 17 human skeletons.

Excavations at Tseliolophos under the direction of T. Leslie Shear Sr., but conducted by his wife, Josephine Platner, during 1931 revealed that the area concealed a small Roman cemetery of 4 chamber tombs.

Among the graves the most spectacular was Chamber Tomb II or the Shear Painted Tomb, as it is now known. The tomb dates to the early 2nd c. AD and belonged to a wealthy Corinthian family. It was a substantial edifice with an imposing entrance and an elaborately decorated interior. Shear commented, “A tomb of this magnificence must have been constructed for a man of wealth and distinction, and the presence of military guards at each side of the grave implies some official association.” For Mary Walbank, the armed guards are rather mythological figures, the Dioskouroi, as savior gods and as a sign that the dead too may achieve immortality. The tomb was reused in the 5 th -6 th c. AD 

From the excavations within the tomb and in the area around numerous finds came to light. A complete Geometric painted terracotta figurine of a centaur was found in fill lower down the slope to the NW of the tombs. 

Grave goods from within the tomb include terracotta lamps, pottery, glass vessels, alabastra for expensive perfumed oils, gold foil coins for the Charon, and jewellery.

From Chamber Tomb IV, in the neighbourhood of the Shear Painted Tomb, comes an inscription, which was cemented in the entrance. It is dated in the first half of the 6th c. AD and it records the purchase of a grave by Euplous, the charioteer, for his wife, Maria. The inscription records that Euplous paid one and a half gold pieces, which was the going rate for a grave in a desirable location. The purchase was negotiated with Anastasios, a minor ecclesiastical official.

 

Corinth in Conflict: Families in the War

Living and working together, the Americans became a part of the Greek community at times of joy but also and especially in times of hardship. It was impossible to stay removed when suffering hit the village in the form of war.

In 1941, amidst WWII, American archaeologist Bert Hodge Hill was appointed to look after the protection of the Corinth museum. Greeks and Americans worked hard to cover and protect the antiquities. 

Hill did whatever was needed to protect human lives as well. After having to take refuge in an air-raid shelter on a trip to New Corinth, Hill transformed two basement rooms of Oakley House, the headquarters of ASCSA, into a shelter for the villagers of Ancient Corinth. 

During the civil war, the Americans were the only ones in the village with a car. When injured fighters would come knocking late at night, requesting a ride to the hospital in New Corinth, Robert L. Scranton loaded up the School's old Chevrolet station wagon and drove them down. Word spread that the Americans had a car and were willing to help the injured parties from both sides of the conflict and the Americans drove more injured down for medical attention before the end of the war. 

Oscar Broneer served as Executive Vice President of the Greek War Relief. Together with his wife, Verna, he made a memorable distribution of donated clothing in the Corinthian Agora on St. Paul’s Day in 1947, after the conclusion of the religious service that took place on the bema.

On another occasion, Broneer reports in his excavation Notebook 195, p. 61, for Thursday, February 13, 1947: 

 

“I spent much of the day distributing clothing.  In the morning, I went to Corinth where I gave two blankets each to the following young prisoners from Old Corinth:

Vasileios S. Bavellas 

Christos I. Skleres

Constantinos P. Gouriotes
Georgios J. Lekkas
Demetrios A. Bouldas
A sixth prisoner, George A. Papaioannes had been taken to Nauplion for trial.

In the afternoon Pavlos and I prepared bundles mostly of women's clothing sent by Lucy Shoe-- bundles were given to all the workmen and employees of the School at Corinth: … also to the Priest who has 10 children.

 

  • Evangelos Lekkas
  • George Kachros
  • Evangelos Papapsomas
  • Panagiotis Nikolopoulos
  • Christos Metaxas
  • Spyros Kondos
  • Georgios Notes
  • Takis Papaioannes
  • Tasos Papaioannes
  • Georgios Marines
  • Vasileios Metaxas
  • Pavlos Daphnes
  • Evgenia Armenakou
  • Marigo Psomas
  • Despoina Trachadakes”

Lucy Shoe Meritt served as the ASCSA Editor of Publications from 1950-1972 and worked for the Red Cross to provide aid to Greece amidst the civil war. She sent Broneer clothing to disperse to the families of the workmen and employees of the ASCSA at Corinth. 

Verna Broneer, wife of Oscar Broneer, was the librarian of the School from 1930-1940, and she spent a great deal of time at Corinth, keeping records and inventorying the collection.  Upon her death, the village of Ancient Corinth repaid her care and concern for them in kind. Lucy Shoe Meritt writes: 

 

"Their spontaneous outpouring of affection and respect at her funeral on January 30, 1948 was one of the most telling of the occasions of close rapport between the School and the village which the School treasures. The village bore all the expense of the funeral including the cost of the plot in the local cemetery; old excavation workmen carried the body from Oakley House to the church where the secretary of the village and representatives of other local groups spoke eulogies and offered wreaths after the local priest had read the service. Then the whole village population, nearly a thousand people, followed the procession through the village down to the cemetery.” (“A History of the ASCSA 1939-1980" Lucy Shoe Meritt) 



 

main-image
Corinth Museum during WW II

Community at Times of Joy

main-image
Dedication of Museum, 29 April 1934: Prime Minister Panagis Tsaldaris received the building from W. Rodman Peabody, Chairman of the Trustees of the ASCSA

Fortunately, community is something Greeks and Americans have also shared in moments of joy. In times of celebration, we dance together as in this Easter photograph where we see R. Stillwell, A. Stillwell, D.S. Bakoulis, P. Dolias, O. Broneer, and E. Lekkas joining hands in a kalamatiano.  

The occasion of the dedication of the Corinth Museum on 29 April 1934 was shared by the whole community. The Greek Prime Minister Panagis Tsaldaris received the building from W. Rodman Peabody, Chairman of the Trustees of the ASCSA

The ASCSA built the museum in 1931-2 with an addition in 1950 to house the finds of the excavations. The museum's designs were made by architect W. Stuart Thompson, whose New York office was used by Frank Lloyd Wright. The building combines the principles of modernism with historicism in architecture. The inner atrium with its arched openings evokes memories of Byzantine monasteries. The architect's goal was to create a building commensurate with the objects that were to be housed in its premises. At the museum's inauguration ceremony, the then Prime Minister of Greece, Panagis Tsaldaris, accepted the donation of the building from W. Rodman Peabody, Chairman of the American School's Board of Trustees, in the presence of the donor, Ada Small Moore. Moore donated the building in memory of her father, who loved the culture of Greece, as stated in the dedicatory inscription in the museum's vestibule. For her donation, the Greek State awarded Moore the Golden Cross of the Order of the Saviour and declared her an honorary citizen of the Municipality of Corinth. The ceremony of the dedication was attended by many people, archaeologists and locals alike. This museum, which has been in operation for over 91 years, continues to serve the needs of the broader archaeological landscape that is today Ancient Corinth. The need for a new Museum is severely felt by all of us working and living in Ancient Corinth as well as by the over 200,000 tourists who visit the site every year.

gennadius logo
 ΓΕΝΝΑΔΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΗ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

 Ο Ιωάννης Γεννάδιος

main-image
Πορτραίτο του Ιωάννη Γενναδίου με εθνική ενδυμασία από τον Philip de László (1925)

Ο Ιωάννης Γεννάδιος (1844-1932) γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του ευπατρίδη Γεωργίου Γενναδίου και της Αρτέμιδας, το γένος Μπενιζέλου. 

Το 1862 μετακόμισε στο Λονδίνο όπου προσλήφθηκε από την ελληνική εταιρεία των Αδελφών Ράλλη. Το 1870 έγραψε το φυλλάδιο για τη Σφαγή στο Δήλεσι, το οποίο αποτέλεσε έναυσμα να ακολουθήσει διπλωματική καριέρα από το 1873, με πόστα στη Ουάσιγκτον, Κωνσταντινούπολη, Βιέννη, Χάγη και το Λονδίνο όπου το 1886 προήχθη στον βαθμό του Υπουργού-Πρέσβη. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί το 1892 και έμεινε εκτός της διπλωματίας έως το 1910 οπότε ξαναδιορίστηκε πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο έως τη συνταξιοδότησή του το 1918. Οι καίριες διπλωματικές θέσεις του Γενναδίου την κρίσιμη εποχή του Ανατολικού ζητήματος και της κατάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον καθιστούν μοναδική πηγή για τα δρώμενα της εποχής, ενώ τα ίδια τα ταξίδια του προσδίδουν μια αίσθηση κοσμοπολιτισμού. H έκθεση αυτή αντλεί από τα λευκώματά του σχετικές πληροφορίες και μοναδικό υλικό για τον πόλεμο του 1897, τους Βαλκανικούς, την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, τα Δάνεια της Ανεξαρτησίας, και άλλες σημαντικές ιστορικές στιγμές του Eλληνισμού όπως η Ελληνική Επανάσταση, ενώ τα ταξίδια του δίνουν μια αίσθηση κοσμοπολιτισμού. Η ενότητα της ιματιογραφίας τονίζει περαιτέρω αυτή τη διάσταση της συλλογής. 

Από το 1895 ασχολήθηκε με τη συγγραφή μελετών που προήγαγαν την υπόθεση της Ελλάδας στη Βρετανία με κορυφαία τη συμβολή του στη δημιουργία της Έδρας Κοραή Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών στο King's College του Λονδίνου (1915-1918). Το 1902 παντρεύτηκε την Florence Ελισάβετ Λάινγκ Κένεντι, την οποία μετονόμασε σε Άνθη. 

Το 1921 εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Διάσκεψη για το Ναυτικό Αφοπλισμό στην Ουάσινγκτον και το 1922 δώρισε τη βιβλιοθήκη του στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Το 1926 πραγματοποιήθηκε η τελετή εγκαινίων της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, και λίγα χρόνια αργότερα, το 1932, πέθανε σε ηλικία 88 ετών. 
  

 

 

Η ιδιοφυΐα του Ιωάννη Γενναδίου, που τον ώθησε να υπερασπίζεται τα δί­καια της Ελλάδας αναλαμβάνοντας δύσκολες διπλωματικές πρωτοβουλίες, τον οδήγησε με αλάνθαστο αισθητήριο στην πραγματοποίηση ενός σημαντικού οράματος για τη βιβλιοθήκη του: τη συλλογή πολύτιμου υλικού, το οποίο ανταποκρινόταν στο δυνατό και ευγενικό κίνητρό του να δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη που να απεικονίζει σύμφωνα με τα δικά του λόγια «...το δημιουργικό πνεύμα της Ελλάδος σε όλες τις περιόδους της ιστορίας της, την επιρροή των επιστημών και των τεχνών της στον δυτικό κόσμο και την εντύπωση που προκαλούσαν η φυσική της ομορφιά και οι αρχαιολογικοί θησαυροί στους επισκέπτες, ώστε τα πιο σπάνια και πιο ωραία βιβλία να γυρίσουν μια μέρα στην Ελλάδα, τιμητική προσφορά προς αυτήν...». 

Ο Ιωάννης ξεκίνησε τη συλλογή του μετά το 1870 και μέχρι το 1895 είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει σημαντικά και σπάνια βιβλία. 

Ο Γεννάδιος κληρονόμησε το πάθος του για τα βι­βλία και τη γνώση από τον πατέρα του, Γεώργιο Γεννάδιο, ένθερμο υποστηρικτή της Ελληνικής Επανάστασης, λόγιο, δάσκαλο και ιδρυτή του Πανεπιστημίου Αθηνών, της Εθνικής Βιβλιοθήκης και άλλων πολιτιστικών ιδρυμάτων στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Το 1922 ο I. Γεννάδιος πρόσφερε τη συλλογή του (περίπου 26.000 βιβλία) στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, με την προϋπόθεση ότι η Σχολή θα στέγαζε τη συλλογή και το προσωπικό και θα συντηρούσε τη Βιβλιοθήκη με το όνομα “Γεννάδειος” προς τιμήν του πατέρα του. 

Η επιθυμία του Γενναδίου, όπως διατυπώθηκε στην Πράξη Δωρεάς στις 18 Οκτωβρίου 1922, ήταν να συνεισφέρει η βιβλιοθήκη του ώστε η Αμερικανική Σχολή να γίνει ένα παγκόσμιο κέντρο μελέτης της βυζαντινής και νεότερης ελληνικής ιστορίας, λογοτεχνίας και τέχνης. Το 1922, ο Edward Capps, Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής (Managing Committee) της Σχολής που επέβλεπε το εκπαιδευτικό της έργο, έγραψε ότι η δωρεά της Βιβλιοθήκης ήταν «ό,τι καλύτερο συνέβη στη Σχολή από την ίδρυσή της». 

 

main-image
Ο Γεώργιος Γεννάδιος (1786-1854) με καταγωγή από τα Δολιανά της Ηπείρου, γεννήθηκε στη Σηλυβρία της Θράκης. Σπούδασε φιλολογία στο Βουκουρέστι και τη Γερμανία, οργάνωσε την Εμπορική Σχολή της Οδησσού όπου και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1826 συμμετείχε στην εκστρατεία της Καρύστου με επικεφαλής τον Φαβιέρο. Ο Ιωάννης Καποδίστριας του ανέθεσε τη συγκρότηση της δημόσιας εκπαίδευσης. Οργάνωσε και διηύθυνε το Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, ενώ από το 1835 υπηρέτησε ως Γυμνασιάρχης στο Α’ Γυμνάσιο Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα από χολέρα.

main-image
Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη εγκαινιάστηκε στις 23 Απριλίου 1926 από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση. Η αρχιτεκτονική εταιρεία των Van Pelt και Thomson από τη Νέα Υόρκη κατασκεύασε το κομψό νεοκλασικό κύριο κτήριο της Βιβλιοθήκης με δωρεά του ιδρύματος Carnegie.

Με αποστολή την μελέτη της ιστορίας του Ελληνισμού, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη είναι μία από τις πιο σημαντικές βιβλιοθήκες του είδους της στον κόσμο. Είναι μια κιβωτός βιβλίων, χειρογράφων, σπάνιων βιβλιοδεσιών, ερευνητικού υλικού, αρχείων και έργων τέχνης, που εξυπηρετεί αναγνώστες από την Ελλάδα, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και όλον τον κόσμο. Πάνω από την επιβλητική μπρούτζινη πόρτα της εισόδου, η επιγραφή «Έλληνες καλούνται οι της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντες» από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτη θυμίζει σε όλους την αξία της ελληνικής παιδείας. 

Πυρήνας της Βιβλιοθήκης ήταν (και είναι) τα βιβλία, τα αρχεία, τα χειρόγραφα και τα αντικείμενα, που μια ολόκληρη ζωή συνέλεγε ο διπλωμάτης και βιβλιόφιλος Ιωάννης Γεννάδιος στο Λονδίνο. 

Στα εκατό χρόνια λειτουργίας της Γενναδείου, οι αρχικοί 30.000 τόμοι πολλαπλασιάστηκαν και ο αριθμός των βιβλίων σήμερα έχει φτάσει τους 150.000 τίτλους. Τα ενδιαφέροντα του Γενναδίου, που αφιέρωσε τη ζωή και τους πόρους του στη συλλογή ξεχωριστών βιβλίων, κάλυπταν τον ελληνικό πολιτισμό από την Ύστερη Αρχαιότητα μέχρι την εποχή του. Ακολουθώντας τη γραμμή που χάραξε ο Γεννάδιος αλλά και τη θεματική οργάνωση της συλλογής του, η Βιβλιοθήκη καλύπτει θεματικά την Ελλάδα, τους Έλληνες και τον ελληνικό πολιτισμό από την αρχαιότητα, με ιδιαίτερη έμφαση στη μεσαιωνική και νεότερη εποχή. Οι συλλογές διαρκώς εμπλουτίζονται χάρη στις προσπάθειες των διευθυντών, των Επιτρόπων και των Φίλων της Βιβλιοθήκης, στις δωρεές και νέες προσκτήσεις παλαιού και σπάνιου υλικού, χειρογράφων, αρχείων και έργων τέχνης. 

Πιστή στο όραμα του Ιωάννη Γενναδίου, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη έχει εξελιχθεί σε μία ανεκτίμητη πηγή γνώσης για την ιστορία της Ύστερης Αρχαιότητας, του Βυζαντίου, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, των Βαλκανίων, των νεοελληνικών σπουδών και του ουμανισμού προσελκύοντας ερευνητές από όλον τον κόσμο. Σήμερα, χάρις στη γενναιοδωρία των Επιτρόπων της Σχολής και της Βιβλιοθήκης, όπως και στην αφοσίωση της Διοικούσας Επιτροπής, του προσωπικού και των απανταχού φίλων, η Βιβλιοθήκη έχει φτάσει πολύ κοντά στην εκπλήρωση του οράματος του Ιωάννη Γενναδίου: να γίνει ένα παγκόσμιο κέντρο για τη μελέτη του Ελληνισμού. 

 

Από τα νεανικά του χρόνια ο Ιωάννης Γεννάδιος συνέλεγε χαρακτικά σχετικά με την Ελλάδα, και άλλα θέματα. Τα κολλούσε σε λευκώματα, μοναδικά για την ποικίλη θεματογραφία που καλύπτει θέματα ιστορικά, τοπογραφικά, αρχαιολογικά, εθνολογικά (ιματιογραφία και προσωπογραφία), αρχιτεκτονικά, καλλιτεχνικά, βιβλιογνωστικά, δημοσιογραφικά καθώς και τα οικογενειακά του Γενναδίου. 

Εκτός από χαρακτικά, τα 116 λευκώματα (scrapbooks) του Ιωάννη Γενναδίου περιέχουν φωτογραφικό υλικό και άλλα εφήμερα: αποκόμματα από εφημερίδες και βιβλία, έντυπο υλικό, προγράμματα από εκδηλώσεις, προσκλήσεις και πολλά άλλα. Κάθε τόμος αποτελείται κατά μέσο όρο από 60-70 φύλλα μεγάλου μεγέθους, είναι σχεδιασμένος με περίπλοκο τρόπο και η τεκμηρίωσή του αποτελεί αληθινό άθλο που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ευρωπαϊκών προγραμμάτων το 2007 και το 2024. 

Η προσωπογραφία και τοπογραφία χρησιμοποιήθηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1970 εκτενώς για την εικονογράφηση της πολύτομης Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, που απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Η έκθεση παρουσιάζει κάποια λιγότερο γνωστά τεκμήρια που προσφέρουν ανεκτίμητες πληροφορίες για την ιστορία της νεότερης Ελλάδας αλλά και για την προσωπικότητα και τον κόσμο του Ιωάννη Γενναδίου. 

Για παράδειγμα, οι τόμοι που πραγματεύονται τους πολέμους του 1897 (Φ 36) και τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 (Φ 35) περιέχουν μοναδικό πρωτογενές φωτογραφικό υλικό που ο Ιωάννης Γεννάδιος συνέλεξε για την περίοδο. Έστω και μια σύντομη ματιά στις θησαυρισμένες γελοιογραφίες ανοίγει λαμπρούς ορίζοντες έρευνας στον σατυρικό τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνονταν ιστορικά γεγονότα στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο. 

Λευκώματα με θέμα την προσωπογραφία περιέχουν πορτραίτα σημαντικών προσωπικοτήτων της ιστορίας, ξεκινώντας από ήρωες της Επανάστασης του 1821, αλλά και της επικαιρότητας, ενώ πολλά λευκώματα που περιέχουν κοστούμια (Φ 58-66), συμπληρώνουν την εικόνα που μας άφησε ο Γεννάδιος για αυτά τα θέματα. 

 

main-image
Προσωπογραφίαι Δ'. Έλληνες μετά τον Αγώνα. Scrapbook 24, τομ. 4, άνοιγμα 27.

Ιματιογραφία

main-image
Ανδρικές και γυναικείες ενδυμασίες από τις δυτικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 
Auguste Racinet Le costume historique (Παρίσι, 1876-1888).

Το πάθος του συλλέκτη για τις απεικονίσεις ενδυμασιών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε βιβλία αλλά και στα λευκώματά του αντανακλά μια ευρύτερη γοητεία για την πολιτισμική αναπαράσταση και τις ιστορικές ενδυμασίες. 

Με κύριο στόχο να ικανοποιήσουν την περιέργεια και να καταπολεμήσουν το φόβο των Ευρωπαίων για τους Οθωμανούς, τα βιβλία ενδυμασιών (costume books) εξοικείωναν τη Δύση με τις εξωτικές ανατολίτικες συνήθειες από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα. Η αποτύπωση των οθωμανικών ενδυμασιών έδινε τη δυνατότητα στους Ευρωπαίους να αποκωδικοποιήσουν την οθωμανική κοινωνία και τον τρόπο λειτουργίας της, ενώ χρησίμευαν και ως «οδηγός» για διπλωμάτες και άλλους επίδοξους επισκέπτες της σουλτανικής αυλής. 

Οι καλλιτέχνες ήταν αρχικά Ευρωπαίοι ταξιδιώτες στην Ανατολή, αλλά από τις αρχές του 18ου αιώνα τους μιμούνταν και Οθωμανοί καλλιτέχνες, αντιλαμβανόμενοι τη μεγάλη ζήτηση για τέτοιες εικονογραφήσεις. Άλλωστε το θέμα παρέμεινε επίκαιρο και μετά την εμφάνιση της φωτογραφίας στα μέσα του 19ου αιώνα. 

Στα λευκώματα αυτά, η ενδυμασία παραπέμπει απευθείας σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές ή κοινωνικές τάξεις και οι εικόνες λειτουργούν ως αυταπόδεικτες αλήθειες μιας άγνωστης πραγματικότητας. Η ενδυμασία, ως σύμβολο πολιτισμικής διαφοράς, αναπαριστούσε τον τρόπο ζωής, με αποτέλεσμα η Δύση να αντιλαμβάνεται και να αναπαριστά την Ανατολή μέσω αυτών των εικόνων. Οι εκδόσεις αυτές διατηρούσαν την αυθεντικότητα, αλλά προσαρμόζονταν στα εμπορικά πρότυπα του ευρωπαϊκού κοινού, αναπαράγοντας οικεία πρότυπα, όπως έμφυλες σχέσεις ή κοινωνικές τάξεις. 

 

 Η Ελληνική Επανάσταση του 1821

Ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (1821-1828), οι μάχες και ο αντίκτυπός τους στην κοινή γνώμη, οι ήρωες και οι προσωπικότητες που σχετίζονται με την Επανάσταση, η διοίκηση, οι εθνοσυνελεύσεις, τα πρώτα τυπωμένα βιβλία και εφημερίδες, ο Φιλελληνισμός, αλλά και οι επιστημονικές μελέτες για το 1821 αποτελούν πυλώνες της συλλογής του Ιωάννη Γενναδίου. Άλλωστε, η κατηγορία «Ανεξαρτησία» (Independence) αποτέλεσε τον πρώτο τόμο του δακτυλόγραφου καταλόγου που συνέταξε ο ίδιος για τη συλλογή του το 1921. Τα λευκώματα για το 1821 αποκαλύπτουν σπάνια ιστορικά τεκμήρια για την Ελληνική Επανάσταση.

Τα πρώτα επαναστατικά σκιρτήματα εμφανίστηκαν στην ώριμη φάση του νεοελληνικού Διαφωτισμού το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα με ιδεολογικό υπόβαθρο την ιδέα της δημιουργίας ενός ελληνικού κράτους που συνδεόταν με την αρχαία Ελλάδα. Καίριο ρόλο στην προετοιμασία της Επανάστασης έπαιξε η μυστική οργάνωση Φιλική Εταιρεία που ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό.

Τον Φεβρουάριο του 1821 ο αρχηγός της  Φιλικής Εταιρείας, Αλέξανδρος Υψηλάντης, εισέβαλε στη Μολδοβλαχία ενώ τον επόμενο μήνα οι Φιλικοί δημιούργησαν επαναστατικές εστίες από τη Μακεδονία ως την Κρήτη. Στις 23 Μαρτίου καταλήφθηκε η Καλαμάτα, όπου συγκροτήθηκε η «Μεσσηνιακή Γερουσία ή Σύγκλητος» με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Αργότερα, οι πελοποννησιακές δυνάμεις με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη πολιόρκησαν και κατέλαβαν την Τριπολιτσά. Παρόλες τις διαφωνίες και τους εμφυλίους μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων, οι επαναστάτες συνέστησαν προσωρινή κεντρική διοίκηση και κατάφεραν να υπερισχύσουν στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και σε πολλά νησιά του Αιγαίου.  

Η επιτυχία της Επανάστασης κινδύνευσε το 1825, όταν ανέλαβε δράση ο Ιμπραήμ πασάς της Αιγύπτου, αλλά η πτώση του Μεσολογγίου, το 1826, σε συνδυασμό με το κίνημα του Φιλελληνισμού, συνέβαλαν στη μεταβολή της διπλωματικής στάσης των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων, που είχαν αντιμετωπίσει με καχυποψία το ξέσπασμα της Επανάστασης. Η ένοπλη παρέμβαση της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, η γαλλική εκστρατεία του Μοριά και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος συνέβαλαν στην επιτυχή έκβαση του αγώνα των Ελλήνων.

Το 1827 επιλέχτηκε ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας ο Ιωάννης Καποδίστριας, που ως τη δολοφονία του το 1831 ασχολήθηκε με την αναδιοργάνωση στο εσωτερικό και την προώθηση των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό. Η ελληνική ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, ενώ τα σύνορα του νέου κράτους οριστικοποιήθηκαν το 1832 στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού. Ως πολίτευμα καθορίστηκε η μοναρχία και βασιλιάς εκλέχθηκε ο Βαυαρός πρίγκηπας Όθωνας.

Ένας από τους σημαντικότερους θησαυρούς της Γενναδείου είναι η σειρά πινάκων που αναπαριστούν επεισόδια του αγώνα της Ανεξαρτησίας, φιλοτεχνημένοι για τον στρατηγό Μακρυγιάννη από τους Λάκωνες ζωγράφους Παναγιώτη και Δημήτριο Ζωγράφο (1836-1839). Οι πίνακες, ζωγραφισμένοι αρχικά σε ξύλο και στη συνέχεια σε χαρτί, προσφέρθηκαν στον Όθωνα και στους ηγεμόνες των Μεγάλων Δυνάμεων. Σήμερα είναι γνωστοί οι πίνακες της Γενναδείου, που ανήκαν στον Όθωνα, και της Βασίλισσας Βικτωρίας της Αγγλίας, οι οποίοι φυλάσσονται στον Πύργο του Windsor.

Εξίσου σημαντική είναι και η συλλογή γύρω από τον Λόρδο Βύρωνα, η οποία περιλαμβάνει σπάνια έργα και προσωπικά του αντικείμενα, όπως το πορτραίτο του και το στεφάνι από δάφνη και αγριολούλουδα που του προσέφερε ο λαός του Μεσολογγίου. Ιδιαίτερα πολύτιμη είναι και η συλλογή πορτραίτων Ελλήνων ηρώων από τον Adam Friedel, «Twenty-Four Portraits of the Principal Leaders and Personages who have made themselves most conspicuous in the Greek Revolution».

Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να ανακαλύψει κανείς άγνωστα τεκμήρια και πλούσια βιβλιογραφία για την πορεία του Ελληνισμού, αποτελώντας αναντικατάστατο εργαλείο για την κατανόηση της ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας. 

main-image
«Η Πολιορκία των Αθηνών». Υδατογραφία του Δημητρίου Ζωγράφου με απεικόνιση της δεύτερης πολιορκίας της Αθήνας (1826–1827) και της απόκρουσης της επίθεσης στην Ακρόπολη στις 7 Οκτωβρίου 1826.

 Η Σφαγή στο Δήλεσι (1870)

main-image
Οι ληστές υπεύθυνοι για τους φόνους στο Δήλεσι μεταφέρονται αιχμάλωτοι στην Αθήνα. 
The Illustrated London News, 11 Ιουνίου 1870

Τα συγκλονιστικά γεγονότα, γνωστά ως «φόνοι του Δήλεσι ή Μαραθώνα» (1870), τάραξαν τον Ιωάννη Γεννάδιο που από το 1862 ζούσε στο Λονδίνο και εργαζόταν στη σημαντική ελληνική επιχείρηση των Αδελφών Ράλλη, όπου συγχρωτιζόταν με νέους ιδιαίτερης καλλιέργειας, σημαντικής περιουσίας και κύρους. Ωστόσο, τον ενοχλούσε η αίσθηση μιας έντονης φιλοτουρκικής διάθεσης στην Αγγλία και μιας γενικότερης διαστρέβλωσης της εικόνας της Ελλάδας και των αξιών της. Θεώρησε, λοιπόν, προσωπική του υπόθεση να στηρίξει την Ελλάδα. Με το ψευδώνυμο «Διός Γέννα» έγραψε τέσσερις επιστολές στη φιλελεύθερη εφημερίδα The Morning Star, εκθέτοντας τα ιστορικά και στατιστικά στοιχεία της ραγδαίας υλικής ανάπτυξης του ελληνικού έθνους και την ωριμότητα των πολιτών του. Όλες οι επιστολές του δημοσιεύτηκαν, γεγονός που προκάλεσε αναγνώριση και ικανοποίηση της ελληνικής παροικίας του Λονδίνου.

Παρά τις προσπάθειες του Γενναδίου, τον Απρίλιο του 1870 ένα γεγονός ενίσχυσε τον ανθελληνισμό στη Δύση: ληστές απήγαγαν μία ομάδα ξένων τουριστών κοντά στον Μαραθώνα. Κάποιοι από αυτούς ήταν Βρετανοί και, ενώ διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει, η δολοφονία τριών εξ αυτών προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις και έξαρση του ανθελληνισμού στη Δυτική Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Αγγλία. Το συμβάν φαινόταν να διαψεύδει τους ισχυρισμούς του Γενναδίου για ωριμότητα και σταθερότητα στην Ελλάδα.

Ο βρετανικός Τύπος ξεσήκωσε τον κόσμο ενάντια στους Έλληνες. Οι διευθύνοντες του Ομίλου Αδελφών Ράλλη, συνειδητοποιώντας τον θυελλώδη πατριωτισμό του υπαλλήλου τους Ιωάννη Γενναδίου, τον προειδοποίησαν να μη δημοσιεύσει απόψεις υπέρ των Ελλήνων. Ο Γεννάδιος, παρ’ όλα αυτά, το θεώρησε «ιερό του χρέος» να διορθώσει την κατάσταση.

Για τέσσερις, περίπου, εβδομάδες πέρασε όλον τον ελεύθερο χρόνο του προσπαθώντας να διερευνήσει λεπτομερώς τα συμβάντα και τις περιστάσεις των «φόνων του Μαραθώνα», αλλά και της εγκληματικότητας σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πριν το τέλος του Ιουνίου είχε ετοιμάσει ένα «ογκώδες φυλλάδιο» το οποίο το τύπωσε ανώνυμα με δική του δαπάνη. Το ογκώδες αυτό φυλλάδιο είχε τίτλο «Notes on the recent murders by brigands in Greece» και αφορούσε στη Σφαγή στο Δήλεσι τριών Άγγλων και ενός Ιταλού, οι οποίοι είχαν προηγουμένως αιχμαλωτιστεί από ληστές της περιοχής. Στόχος του φυλλαδίου δεν ήταν η απόσειση των ευθυνών των ελληνικών Αρχών σχετικά με τη διαχείριση της υπόθεσης, αλλά η άρση των συκοφαντιών, οι οποίες μέσω του αγγλικού κυρίως Τύπου έκαναν τον γύρο της Ευρώπης, επιρρίπτοντας βαρύτατες ευθύνες και χαρακτηρίζοντας με αήθη σχόλια τον ελληνικό λαό συλλήβδην.

Στις συλλογές του βρίσκεται και μία επιστολή του Γενναδίου προς τον Υπουργό Οικονομικών Θεόδωρο Δηλιγιάννη, 6 Νοεμβρίου 1871, σχετικά με τη μετάφραση του φυλλαδίου για τη Σφαγή στο Δήλεσι από τα αγγλικά στα ελληνικά με παρότρυνση της κυβέρνησης. Μολονότι η πρωτότυπη αγγλική έκδοση είχε πληρωθεί εξ ολοκλήρου από τον ίδιο τον Γεννάδιο, ο ίδιος αδυνατούσε να καλύψει και τα έξοδα για την έκδοση στα ελληνικά. Έτσι, μετά από αίτηση του υπουργείου, η μετάφραση τυπώθηκε από το Εθνικό Τυπογραφείο. Όμως, λόγω νομικού κωλύματος που παρεμπόδιζε την έκδοση ιδιωτικών έργων από το Εθνικό Τυπογραφείο, η έκδοση σταμάτησε. Για αυτό, απευθύνθηκε στον υπουργό διευκρινίζοντας ότι το έργο δεν ήταν πραγματικά «ιδιωτικό», αφού η μετάφραση του φυλλαδίου ήταν σημαντική για τα εθνικά συμφέροντα και για την υπεράσπιση της ελληνικής πλευράς στο διεθνές πεδίο.

Το θέμα επρόκειτο σύντομα να συζητηθεί και στο Κοινοβούλιο στο Λονδίνο. Νοίκιασε ένα ταξί και πέρασε όλη τη νύχτα διανέμοντας το φυλλάδιό του στους επιφανείς εκπροσώπους και των δύο κοινοβουλίων της Αγγλίας, σε εκδότες εφημερίδων και άλλα δημόσια πρόσωπα. Οι Έλληνες του Λονδίνου ήταν πολύ περήφανοι για τον νεαρό συμπατριώτη τους, που με τόση θέρμη υπεραμύνθηκε της πατρίδας του και της τιμής της. Η αντίδραση των Βρετανών ήταν ανάμεικτη. Οι διευθύνοντες του Ομίλου Αδελφών Ράλλη ένιωσαν υποχρεωμένοι να δράσουν ανάλογα με τις προειδοποιήσεις τους. Έδωσαν έξι μήνες διορία στον Γεννάδιο για να φύγει από την εταιρεία.

Η πολλά υποσχόμενη επιχειρηματική καριέρα του στην Αγγλία είχε τελειώσει. Στην Ελλάδα, όμως, είχε γίνει σχεδόν ήρωας. Η ηχώ της ρητορικής ικανότητας του πατέρα του διαφαινόταν μέσα από την παθιασμένη υπεράσπιση της Ελλάδας και των Ελλήνων. Αυτό τον οδήγησε τελικά στην πλήρωση των πρώιμων προσδοκιών της οικογένειάς του, την είσοδό του στο Διπλωματικό Σώμα της Ελλάδας.

Τον Νοέμβριο του 1870 διορίστηκε ως ακόλουθος στην Ελληνική Διπλωματική Αντιπροσωπία της Ουάσιγκτον έπειτα από σχετική σύσταση προς την ελληνική κυβέρνηση του Charles Tuckerman, Υπουργού των ΗΠΑ στην Αθήνα, ο οποίος είχε εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα από το «ογκώδες φυλλάδιο». Ανάμεσα στις αναφορές και δημοσιεύσεις του Tuckerman υπέρ της ελληνικής μεριάς συγκαταλέγεται και ένα έγγραφο με τίτλο «Brigandage in Greece. A paper addressed by Mr. Chas K. Tuckerman, United States Minister at Athens, to Mr. Fish», της 5ης Δεκεμβρίου 1870, για το ζήτημα της ληστείας στην Ελλάδα. Σε αυτό ανέλυε το ζήτημα της ληστείας ξεκινώντας από τις απαρχές της Επανάστασης και τους «κλέφτες» για να καταλήξει πως μέσα από αυτή τη διαδρομή ορισμένες ομάδες ακολουθούσαν πλέον την ίδια τακτική σε διαφορετικό πλαίσιο. Αναφέρθηκε στις δυσκολίες αντιμετώπισης του ζητήματος, εξαιτίας μίας μορφής αναγκαστικής προστασίας ή «αναγκαστικής φιλίας» μεταξύ των ορεινών πληθυσμών και των κλεφτών. Σε αντάλλαγμα για την προστασία και την οικονομική ενίοτε βοήθεια, οι κάτοικοι δεσμεύονταν να ειδοποιούν τους ληστές σε περίπτωση αναζήτησής τους από τις Αρχές. Πολλές φορές η αναγκαστική «συνεργασία» πήγαζε από την απειλή των ληστών για επιδρομές στα χωριά. Η ίδια λογική δίεπε και τις σχέσεις των εκάστοτε υποψηφίων πολιτικών των περιοχών με τους ληστές, καθώς η «μη συνεργασία» μπορούσε να αποβεί επιζήμια και επικίνδυνη τόσο για τους ίδιους τους πολιτικούς και τις οικογένειές τους, όσο και για την κοινότητα.

Ο συγγραφέας του φυλλαδίου αρχικά παρέμενε ανώνυμος, όπως φανερώνουν τα ελληνικά έντυπα της εποχής. Στη συνέχεια βέβαια αποκαλύφθηκε ότι το επίμαχο δημοσίευμα είχε γραφτεί από τον Ι. Γεννάδιο. Ακολούθησαν εγκωμιαστικά σχόλια και δημοσιεύματα για τον νεαρό Έλληνα, ο οποίος διακρινόμενος από αισθήματα φιλοπατρίας και με υψηλή αίσθηση εθνικού καθήκοντος, υπερασπίστηκε με έξοχο τρόπο την ελληνική πλευρά. Η συνέχεια της ιστορίας απασχόλησε τον Τύπο, ο οποίος επέκρινε τη στάση του Έλληνα εργοδότη του Ιωάννη Γενναδίου, κυρίου Ράλλη, εξαιτίας της απαράδεκτης στάσης που επέδειξε διώχνοντας τον Γεννάδιο επειδή έγραψε πολιτικό φυλλάδιο. Ο τρόπος γραφής και τα επιχειρήματα που στοιχειοθετούνταν στο φυλλάδιο, τα έξοδα του οποίου ανέλαβε αποκλειστικά ο Γεννάδιος, αποτέλεσαν αντικείμενο εγκωμιαστικού σχολιασμού, ενώ το θέμα προκάλεσε συζητήσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, φτάνοντας και στη Βουλή των Λόρδων στην Αγγλία.

 Η Συνθήκη του Βερολίνου (1878)

Τον Απρίλιο του 1875 ο Γεννάδιος στάλθηκε στο Λονδίνο ως Γραμματέας Α΄ στην Ελληνική Διπλωματική Αντιπροσωπία και πολύ σύντομα, κατόπιν της ανάκλησης του εκεί Επιτετραμμένου της Διπλωματικής Αντιπροσωπίας στην Αθήνα, προήχθη στον βαθμό του Chargé d'Affaires στο Λονδίνο. Ήταν μόλις τριάντα ενός ετών αλλά τόσο πετυχημένος που η κυβέρνησή του δεν θεώρησε απαραίτητο να ορίσει πιο έμπειρο αντιπρόσωπο. Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Βρετανίας βελτιώθηκαν και έγιναν πιο εγκάρδιες.

Ο βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος Α΄ επισκέφτηκε το Λονδίνο το 1880 στο πλαίσιο των πολιτικών εξελίξεων για το ελληνικό ζήτημα και συγκεκριμένα για τη διαμάχη για τα ελληνοτουρκικά σύνορα, η οποία αποτελούσε εκείνη την περίοδο αντικείμενο συζήτησης στο Συνέδριο του Βερολίνου.

Η Συνθήκη του Βερολίνου (1878) θέσπιζε νέα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, προς μεγάλη απογοήτευση των Οθωμανών. Η Ελλάδα επιδόθηκε σε διπλωματικό αγώνα (1878 – 1881) για την εφαρμογή των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου. Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα ο Γεννάδιος προώθησε τη δημιουργία Ελληνικής Επιτροπής (Greek Committee) για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων στο Λονδίνο. Πρόεδρος της Επιτροπής ορίστηκε ο Λόρδος Rosebery και στα μέλη της συμπεριλαμβάνονταν όλες οι ηγετικές φυσιογνωμίες του φιλελεύθερου κόμματος. Παράλληλα είχε και την υποστήριξη του William Ewart Gladstone, ο οποίος το 1879 δημοσίευσε ένα δοκίμιο με θέμα «Η Ελλάδα και η Συνθήκη του Βερολίνου». Ο Γεννάδιος είχε πλέον υψηλές προσδοκίες για αναγνώριση της καταφανούς επιτυχίας και δημοτικότητάς του στο Λονδίνο από την Κυβέρνηση της Αθήνας, καθώς και για την προαγωγή του στο αξίωμα του Πληρεξουσίου Υπουργού. Το 1879 είχε την τιμή και ικανοποίηση να δεχτεί από τον Γεώργιο Α΄ τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος.

Παρόλο που το Συνέδριο του Βερολίνου αποτέλεσε σκληρό πλήγμα για τον πανσλαβισμό, δεν επέλυσε το ζήτημα της περιοχής. Οι Σλάβοι των Βαλκανίων βρίσκονταν ακόμη στην πλειοψηφία τους υπό την κυριαρχία της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα σλαβικά κράτη των Βαλκανίων έμαθαν στην πράξη ότι η ομαδοποίησή τους ως Σλάβων δεν τους ωφελούσε τόσο όσο το να παίζουν με τις επιθυμίες μιας γειτονικής Μεγάλης Δύναμης, ζημιώνοντας την ενότητα των Σλάβων της Βαλκανικής και ενθαρρύνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των νεοσύστατων σλαβικών κρατών.

Σε ό,τι αφορά τα σύνορα μεταξύ Αλβανίας και Μαυροβουνίου, όπως αυτά καθορίστηκαν από τη Συνθήκη του Βερολίνου (13/7/1878), η περιοχή του Dulcigno στην Αδριατική ― που κατά τους Αλβανούς λογιζόταν ως εθνική τους περιοχή ― επιδόθηκε στο Μαυροβούνιο. Αποτέλεσμα της απόφασης αυτής ήταν οι αλβανικές φυλές να αντιδράσουν με την υποστήριξη και του Σουλτάνου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις προσπάθησαν να επιβάλουν τις διατάξεις της Συνθήκης αποστέλλοντας στην Αδριατική ναυτική δύναμη, χωρίς, όμως, επιτυχία. Εν τέλει, η διπλωματική πίεση του Gladstone, ο οποίος απείλησε να καταλάβει το τελωνείο της Σμύρνης, ανάγκασε τους Οθωμανούς να αποσύρουν την υποστήριξή τους στο αλβανικό κίνημα.

main-image
Η ελληνική αντιπροσωπεία στο συνέδριο του Βερολίνου. 23 Μαΐου/5 Ιουνίου 1878. Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης ως Υπουργός Εξωτερικών και η ελληνική αντιπροσωπεία· αριστερά ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής τότε πρεσβευτής στο Βερολίνο. Τον Δηλιγιάννη συνόδευαν ο Άγγελος Βλάχος, Παναγιώτης Πανάς, ο επιτετραμμένος στο Λονδίνο Ιωάννης Γεννάδιος και ο γραμματέας στην πρεσβεία Βιέννης Αλέξανδρος Σκουζές.

 Το ζήτημα των Δανείων της Ανεξαρτησίας (1879)

main-image
Πρόσκληση προς τον Ι. Γεννάδιο σε δεξίωση προς τιμή του Γερμανού αυτοκράτορα στο Λονδίνο (10 Ιουλίου 1891).

Ο Γεννάδιος εδραίωσε τη θέση στην πρεσβεία του Λονδίνου όπου συμμετείχε ενεργά στην κοινωνική και πολιτική ζωή του Λονδίνου με ζέση. 

Ένα από τα μεγάλα επιτεύγματά του Γενναδίου μετά την επιστροφή του από το Συνέδριο του Βερολίνου ήταν η διευθέτηση του προβλήματος των «δανείων της Ανεξαρτησίας» που είχαν δοθεί στην Προσωρινή Κυβέρνηση της Ελλάδας από Βρετανούς δανειοδότες το 1824-1825. Ορθώς διέβλεψε ότι η εμπιστοσύνη των Βρετανών στην Ελλάδα θα ενισχυόταν σημαντικά με την αποκατάσταση της ελληνικής δανειοληπτικής ικανότητας στην αγορά. Έπειτα από διεξοδικές διαπραγματεύσεις με όλους τους ενδιαφερομένους, και ειδικότερα τον Ολλανδό Louis Drucker που είχε συμφωνήσει να αγοράσει τα δύο τρίτα των αρχικών έντοκων γραμματίων, επιτεύχθηκε μία συμφωνία ικανοποιητική για όλους, πλην των Ολλανδών. Ο ίδιος ο Γεννάδιος έθεσε με τόλμη το θέμα στο συμβούλιο του αγγλικού χρηματιστηρίου στο Λονδίνο. Τα γραμμάτια που είχαν εκδοθεί πριν από πενήντα χρόνια μετατράπηκαν σε νέα. Η ελληνική πιστοληπτική ικανότητα αποκαταστάθηκε στη βρετανική αγορά και το 1879 μπόρεσε να ανακοινώσει ότι η Ελλάδα είχε καταλάβει και πάλι τη θέση της μεταξύ των αξιόπιστων (οικονομικά) εθνών. 

 

 Η Αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων (1896)

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 ήταν η πρώτη διεθνής αθλητική διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων κατά την αναβίωσή τους στη σύγχρονη εποχή. Διοργανώθηκαν στην Αθήνα στις 6 – 15 Απριλίου 1896 (25 Μαρτίου – 3 Απριλίου με το τότε Ιουλιανό ημερολόγιο). Δείτε περισσότερες  φωτογραφίες των ολυμπιακών αγώνων του 1896 και φιλμ της εποχής.

Κατά τον 19ο αιώνα, αρκετά -μικρής κλίμακας- αθλητικά φεστιβάλ σε όλη την Ευρώπη θεωρήθηκαν ως η συνέχεια των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων. Ο βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από τις Ζάππειες Ολυμπιάδες (ή Ολύμπια) που χρηματοδοτήθηκαν από τον Ευάγγελο Ζάππα και διεξήχθησαν τα έτη 1859, 1870, 1875 και 1888-1889. Έτσι, αποφασίστηκε η αναβίωση των Αγώνων στην Αθήνα με πρωτοβουλία του Κουμπερτέν και του Έλληνα εκπρόσωπου Δημήτριου Βικέλα.

Κεντρικός χώρος της διοργάνωσης ήταν το ανακαινισμένο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου διεξήχθησαν τα αγωνίσματα άρσης βαρών, γυμναστικής, πάλης και στίβου, αλλά και οι τελετές έναρξης και λήξης. Από τον Μαραθώνα ξεκίνησαν τα αγωνίσματα ατομικού αγώνα ποδηλασίας σε δημόσιο δρόμο και του μαραθωνίου, ενώ στον Λιμένα Ζέας διεξήχθησαν όλα τα αγωνίσματα κολύμβησης. Χρησιμοποιήθηκαν, επίσης, το Μέγαρο του Ζαππείου (ξιφασκία), το Ποδηλατοδρόμιο Νέου Φαλήρου (ποδηλασία πίστας και μερικοί αγώνες αντισφαίρισης), το Σκοπευτήριο Καλλιθέας (σκοποβολή) και τα γήπεδα του Ομίλου Αντισφαίρισης Αθηνών (αντισφαίριση).

Οι Αγώνες είχαν μεγάλη επιτυχία και υπήρξε αθρόα συμμετοχή του ελληνικού κοινού, ιδιαίτερα στην εναρκτήρια τελετή στο Παναθηναϊκό Στάδιο (60.000 θεατές). Παρόλο που ο αριθμός των 241 αθλητών που συμμετείχαν μοιάζει σήμερα σχετικά μικρός, η συμμετοχή ήταν η μεγαλύτερη μέχρι τότε σε αθλητική διοργάνωση. Οι συμμετέχοντες ήταν όλοι Ευρωπαίοι ή ζούσαν στην Ευρώπη, με εξαίρεση την ομάδα των Ηνωμένων Πολιτειών. 65% ήταν Έλληνες. Δέκα από τις δεκατέσσερις χώρες που έλαβαν μέρος, κατέκτησαν κάποιο μετάλλιο. Οι ΗΠΑ κέρδισαν τα περισσότερα χρυσά (11), ενώ η διοργανώτρια Ελλάδα κατέκτησε τα περισσότερα στο σύνολο (46). Σημαντική στιγμή για τους Έλληνες ήταν η νίκη του Σπύρου Λούη στον μαραθώνιο. Πιο επιτυχημένος αθλητής των Αγώνων αναδείχθηκε ο Γερμανός παλαιστής και γυμναστής Καρλ Σούμαν, ο οποίος κέρδισε συνολικά τέσσερα χρυσά μετάλλια. Δείτε το βίντεο

Τα μέλη της βασιλικής οικογένειας της Ελλάδας έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση και διαχείριση των Αγώνων. Μετά τη λήξη των Αγώνων, ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄, καθώς και πολλοί άλλοι (μεταξύ των οποίων και Αμερικανοί αθλητές) υποστήριξαν την ιδέα να διοργανωθούν και οι επόμενοι Αγώνες στην Αθήνα. Ο Κουμπερτέν, όμως, ήταν αντίθετος με αυτό, ενώ είχε ήδη αποφασιστεί το Παρίσι ως η επόμενη διοργανώτρια πόλη. Έτσι, οι Αγώνες του 1900 έγιναν στη Γαλλία. Η Ελλάδα διοργάνωσε τους εμβόλιμους Μεσολυμπιακούς Αγώνες του 1906.

Το Παναθηναϊκό στάδιο, που χτίστηκε αρχικά το 330 π.Χ., είχε ανασκαφεί και βρισκόταν σε ερειπιώδη κατάσταση πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, αλλά με τη διεύθυνση και την οικονομική βοήθεια του Γεωργίου Αβέρωφ, ενός πλούσιου Έλληνα Αιγυπτιώτη, αποκαταστάθηκε με λευκό μάρμαρο.

Σχετικά με το έπαθλο που πήρε ο Σπύρος Λούης από τον βασιλιά Κωνσταντίνο δείτε αυτό το βίντεο.

main-image
Φωτογραφικό αφιέρωμα του βρετανικού περιοδικού The Illustrated London News στη Μεσολυμπιάδα του 1906 που διοργανώθηκε στην Αθήνα, 5 Μαΐου 1906

 Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897

main-image
Εθελοντικό σώμα Γαριβαλδινών από την Ιταλία.

Αιτία και αφορμή για τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 υπήρξε το κρητικό ζήτημα. Βάσει των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου (1878), η Οθωμανική Αυτοκρατορία υποχρεώθηκε, μεταξύ άλλων, να εφαρμόσει τον οργανικό νόμο του 1868 (γνωστό ως Σύμβαση της Χαλέπας). Η μη τήρηση της Σύμβασης της Χαλέπας οδήγησε σε εξεγέρσεις με σημαντικότερη αυτή του 1896, η οποία κατέληξε σε σφαγές του χριστιανικού πληθυσμού στα Χανιά τον Ιανουάριο του 1897 και προκάλεσε την εμπλοκή τόσο των Μεγάλων Δυνάμεων όσο και της Ελλάδας. Το έντονο διπλωματικό παρασκήνιο, οι ταπεινωτικές, για την Ελλάδα, αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, όπως και η διπλωματική της απομόνωση και ο επαναστατικός αναβρασμός που αναζωπυρωνόταν από τη δράση της Εθνικής Εταιρείας στην Αθήνα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στον πόλεμο με την Τουρκία.

Στις 15 Μαρτίου 1897 ο διάδοχος Κωνσταντίνος με το βαθμό του αρχιστρατήγου αναχώρησε για το θεσσαλικό μέτωπο. Η εισβολή των ενόπλων ανδρών της Εθνικής Εταιρείας στη Μακεδονία υπήρξε το casus belli, και στις 5 Απριλίου η Οθωμανική Αυτοκρατορία διέκοψε επίσημα τις σχέσεις της με το ελληνικό Βασίλειο. Ο πόλεμος είχε ξεκινήσει.

Η εδαφική διαμόρφωση του βορείου συνόρου της Ελλάδος με την Οθωμανική Αυτοκρατορία υπαγόρευε την ύπαρξη δύο διαφορετικών και ανεξάρτητων μεταξύ τους θεάτρων πολέμου, του ηπειρωτικού και του θεσσαλικού, με σημαντικότερο το δεύτερο, όπου και διοχετεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών δυνάμεων. Στο θεσσαλικό μέτωπο υπήρξαν δύο μεραρχίες, στη Λάρισα με διοικητή τον Ν. Μακρή και στον Αλήφακα υπό τον συνταγματάρχη πεζικού Γ. Μαυρομιχάλη. Στο ηπειρωτικό μέτωπο είχαν σταλεί δύο μεραρχίες με επικεφαλής τον συνταγματάρχη πυροβολικού Θρασύβουλο Μάνο. Οι οθωμανικές δυνάμεις είχαν αρχιστράτηγο τον Ετέμ Πασά και επιτελάρχη τον Σεφτέκ Πασά. Στην πρώτη φάση του πολέμου, γνωστή ως «μάχη των συνόρων», έγιναν πολυήμερες και συγχρονισμένες πολεμικές συγκρούσεις στα βόρεια σύνορα της Θεσσαλίας στις τρεις διαβάσεις προς τη Μακεδονία, αυτές του Νέζερου, της Μελούνας και του Ρεβενίου. Οι ελληνικές δυνάμεις κράτησαν τις θέσεις τους έως τις 12 Απριλίου 1897, όταν, μετά τη μάχη των Δελεριών, ξεκίνησε η γενική αποχώρηση των Ελλήνων από τον Τύρναβο προς τη Λάρισα.

Με τη φυγή Ελλήνων πολιτών και στρατιωτών, οι Οθωμανοί κατέλαβαν τον Τύρναβο (12 Απριλίου 1897) και τη Λάρισα (13 Απριλίου 1897), ενώ η μάχη στο Βελεστίνο διήρκησε 10 μέρες χάρη στη δυναμική της ταξιαρχίας του στρατηγού Σμολένσκη (14 -24 Απριλίου). Η κατάληψη του Βόλου (26 Απριλίου 1897) και η μάχη στον Δομοκό στις 1897 έκριναν οριστικά την έκβαση του πολέμου υπέρ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ανακωχή υπογράφτηκε έξω από τη Λαμία στις 7 Μαΐου 1897, ενώ συνθήκη ειρήνης υπογράφηκε στις 22 Νοεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει μεγάλη πολεμική αποζημίωση στην Αυτοκρατορία και να της παραχωρήσει μικρό τμήμα της Θεσσαλίας.

Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις

Τα πρώτα τέσσερα τάγματα ευζώνων (αργότερα συντάγματα) συγκροτήθηκαν το 1867. Επανδρώθηκαν, αρχικά, με εθελοντές, υπαξιωματικούς ή οπλίτες, που κατάγονταν από ορεινές περιοχές με αποστολή την φύλαξη της ελληνικής μεθορίου. Θεωρούνται πρόγονοι της μονάδας ορεινών καταδρομών και διακρίθηκαν ιδιαίτερα στους Bαλκανικούς Πολέμους, αλλά και στις υπόλοιπες ένοπλες συγκρούσεις της χώρας για τη γενναιότητα και την αποτελεσματικότητά τους. Λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών του πολέμου του 1897, στις 4 Μαρτίου το ΙΙ τάγμα ευζώνων αναχώρησε από την Αθήνα και μεταφέρθηκε στη Λάρισα. Στις 8 Απριλίου κατόπιν προσκλήσεως και άλλων εφέδρων υπό τα όπλα συγκροτήθηκε το XII τάγμα ευζώνων στο Αγρίνιο και τα λοιπά (VIII, IX,X αυθύπαρκτα τάγματα και το XIII Ευζώνων) στην Αθήνα.

Στον πόλεμο του 1897 εκτός από τις ελληνικές δυνάμεις πολέμησαν και εθελοντικά σώματα. Ένα από αυτά ήταν οι Γαριβαλδινοί με αρχηγό το στρατηγό Ριτσιώτη Γαριβάλδη. Το σώμα των 900 ανδρών (οι οποίοι δεν ήταν όλοι ιταλικής καταγωγής), οπλίσθηκε και συντηρήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, και ενώθηκε με το στρατό της Θεσσαλίας πριν τη μάχη του Δομοκού, όπου έχασε ένα σημαντικό μέλος της, τον Ιταλό φιλέλληνα πολιτικό Antonio Fratti.

Τις παραμονές του πολέμου το ελληνικό πολεμικό ναυτικό φάνταζε ως ένα από τα ισχυρότερα πολεμικά μέσα, καθώς είχε εξοπλιστεί από το 1889 με τρία νέα θωρηκτά: «Σπέτσες», «Ύδρα» και «Ψαρά». Παρά ταύτα οι προσδοκίες δεν δικαιώθηκαν από τη δράση του ναυτικού ούτε στο Αιγαίο, ούτε στο Ιόνιο Πέλαγος. Ο στόλος της μοίρας του Αιγαίου πελάγους, με αρχηγό τον Κωνσταντίνο. Σαχτούρη περιλάμβανε τα θωρηκτά Ψαρά, Ύδρα, (με κυβερνήτες τους Κ. Χατζηκυριάκο και Ι. Βώκο), το τορπιλοβόλο Κανάρης με κυβερνήτη τον πρίγκηπα Γεώργιο, τον οπλιταγωγό «Μυκάλη» με κυβερνήτη το Γ. Κουντουριώτη και τον ατμοδρόμωνα «Αλφειός» υπό τον Π. Κουντουριώτη. Επίσης, περιλάμβανε και εννέα τορπιλοβόλα. Αργότερα προστέθηκαν και άλλα δύο πλοία. Η μοίρα αυτή ναυλουχούσε στον ευβοϊκό κόλπο.

Δυστυχώς τα πλοία παρέμειναν σε αδράνεια όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Λόγω της κακής συνεργασίας του Υπουργείου Ναυτικών με τον αρχηγό της ανατολικής μοίρας, Σαχτούρη, όλες οι επιχειρήσεις του ναυτικού απέτυχαν. Ο Σαχτούρης τέθηκε σε διαθεσιμότητα, ενώ ο σημαιοφόρος Ιωάννης Κόκκορης που κατηγόρησε το Σαχτούρη ως προδότη τιμωρήθηκε πειθαρχικά, καθώς η καταγγελία του προς τον Υπουργό Ναυτικών και τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου είχε προκαλέσει σάλο στη Αθήνα.

Τις παραμονές του πολέμου το ελληνικό πολεμικό ναυτικό φάνταζε ως ένα από τα ισχυρότερα πολεμικά μέσα, καθώς είχε εξοπλιστεί από το 1889 με τρία νέα θωρηκτά: «Σπέτσες», «Ύδρα» και «Ψαρά». Παρά ταύτα οι προσδοκίες δε δικαιώθηκαν από τη δράση του ναυτικού ούτε στο Αιγαίο, ούτε στο Ιόνιο Πέλαγος. Ο στόλος της μοίρας του Αιγαίου πελάγους, με αρχηγό τον Κ. Σαχτούρη περιλάμβανε τα θωρηκτά «Ψαρά», «Ύδρα», (με κυβερνήτες τους Κ. Χατζηκυριάκο και Ι. Βώκο), το τορπιλοβόλο «Κανάρης» με κυβερνήτη τον πρίγκιπα Γεώργιο, τον οπλιταγωγό «Μυκάλη» με κυβερνήτη το Γ. Κουντουριώτη και τον ατμοδρόμωνα «Αλφειός» υπό τον Π. Κουντουριώτη. Επίσης, περιλάμβανε και εννέα τορπιλοβόλα. Αργότερα προστέθηκαν και άλλα δύο πλοία. Η μοίρα αυτή ναυλοχούσε στον ευβοϊκό κόλπο.

Ωστόσο, όταν ξέσπασε ο πόλεμος τα πλοία παρέμειναν σε αδράνεια. Οι επιχειρήσεις που διατάχθηκε να κάνει υπήρξαν όλες αποτυχημένες. Βασική αιτία της δυσλειτουργίας αυτής, ήταν η κακή συνεργασία του Υπουργείου Ναυτικών με τον αρχηγό της ανατολικής μοίρας, Σαχτούρη, που έδειξε ανυπακοή και δεν εκτέλεσε σωστά τις διαταγές του Υπουργείου. Η κατάσταση πήρε επικίνδυνες διαστάσεις όταν, εξαιτίας της στάσης του αρχηγείου της ανατολικής μοίρας, ο Υπουργός Ναυτικών επιχείρησε να παραιτηθεί, ενώ ο σημαιοφόρος Κόκορης κατήγγειλε τον Σαχτούρη αφήνοντας να εννοηθεί ότι η στάση του υπήρξε προδοτική. Ο Σαχτούρης τέθηκε σε διαθεσιμότητα, ενώ ο Κόκορης τιμωρήθηκε πειθαρχικά, καθώς η καταγγελία του προς τον Υπουργό Ναυτικών και τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου είχε προκαλέσει σάλο στη Αθήνα.



 

 Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913)

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ελλάδα, η Βουλγαρία, το Μαυροβούνιο και η Σερβία είχαν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά μεγάλα τμήματα των εθνικών τους πληθυσμών παρέμεναν υπό οθωμανική κυριαρχία. Το 1912 οι χώρες αυτές σχημάτισαν τον Βαλκανικό Συνασπισμό και κήρυξαν πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 8 Οκτωβρίου 1912. Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε οκτώ μήνες αργότερα με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου στις 30 Μαΐου 1913. Ωστόσο, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, στις 16 Ιουνίου 1913, ξεκίνησε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος· η Βουλγαρία, δυσαρεστημένη από τη διανομή των εδαφικών κερδών στη Μακεδονία (που έγινε μυστικά από τους πρώην συμμάχους της, τη Σερβία και την Ελλάδα), ξεκίνησε στρατιωτική δράση εναντίον τους, αλλά τελικά ηττήθηκε κατά κράτος. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου που ακολούθησε, η Βουλγαρία έχασε τα περισσότερα από τα εδάφη που είχε κερδίσει στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ενώ αναγκάστηκε ακόμη να παραχωρήσει στη Ρουμανία το πρώην οθωμανικό νότιο τρίτο της επαρχίας της Δοβρουτσάς.

Με τους Βαλκανικούς Πολέμους η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειάς της στην Ευρώπη, ενώ η Αυστροουγγαρία άρχισε να γίνεται πιο αδύναμη λόγω της ισχύος και επιρροής της διευρυμένης Σερβίας. Για την οθωμανική πλευρά, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν σε γενικό επίπεδο μια τεράστια καταστροφή στην ιστορία του έθνους.

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του λευκώματος για τους Βαλκανικούς πολέμους είναι οι φωτογραφίες σημαντικών φωτογράφων της εποχής που καταγράφουν τα γεγονότα. Οι αδελφοί Ρωμαΐδη ήταν διάσημοι φωτογράφοι των Αθηνών ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων, ο Αριστοτέλης Ρωμαΐδης φωτογράφιζε στιγμιότυπα του πολέμου, πολλά από τα οποία αναπαρήχθησαν σε επιστολικά δελτάρια. Συνεργάτης του ήταν ο Zeitz που ακολούθησε τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ήπειρο και τη Μακεδονία.

Ένας άλλος σημαντικός Έλληνας φωτογράφος, ο Αναστάσιος Γαζιάδης, ξεκίνησε να ασχολείται με τη φωτογραφία λίγο πριν το 1880 και συνέχισε να φωτογραφίζει ως τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε και τον διαδέχτηκαν οι γιοι του. Μια από τις αγαπημένες θεματικές του ήταν τα πλοία. Το φωτογραφείο αναφέρεται ως: A. Gaziades, ATHENES - PIREE, Rue Stade – Eole.

Ο Σίμος Χουτζαίος γεννήθηκε στην Αγιάσο της Λέσβου το 1873. Έμαθε την τέχνη της φωτογραφίας στην Αλεξάνδρεια, κοντά στο θείο του, το ζωγράφο Καλπαξίδη. Ταξίδεψε στην Ευρώπη έως το 1899, οπότε επέστρεψε στη Μυτιλήνη και εργάστηκε κοντά στον Τσεχοσλοβάκο φωτογράφο Fritz J. Mraz, στο φωτογραφείο του, στην οδό Μητροπόλεως. Αργότερα άνοιξε δικό του φωτογραφείο, στην οδό Βερναρδάκη. Το 1913 εξέδωσε φωτογραφικό λεύκωμα με τίτλο "Η κατοχή Μυτιλήνης, υπό του Ελληνικού Στρατού".

main-image
Εμψυχωτική πολεμική αφίσα με εύζωνα έτοιμο για μάχη χαρακτηριστική της περιόδου του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Το τάγμα των ευζώνων είχε διακριθεί ιδιαίτερα στους βαλκανικούς πολέμους. Η «Πατριωτική Ένωσις» ήταν βενιζελική οργάνωση με πρόεδρο τον Γεώργιο Αβέρωφ και σκοπό την υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας της χώρας κυρίως με έκδοση αφισών και φυλλαδίων. Η Ένωση διατηρούσε γραφεία στη διεύθυνση Βουκουρεστίου 9 στην Αθήνα.

 Διεθνής έκθεση στο Παρίσι (1889)

main-image
Αφίσα για θεατρικό έργο

Τα λευκώματα του Γενναδίου περιέχουν ενδιαφέροντα τεκμήρια για ταξίδια και περιοδείες που πραγματοποίησε στην Ευρώπη και την Αμερική και πιάνουν τον παλμό της εποχής. Η Διεθνής Έκθεση του Παρισιού του 1889 (6 Μαΐου ― 31 Οκτωβρίου) προσέλκυσε περισσότερους από τριάντα δύο εκατομμύρια επισκέπτες ανάμεσου στους οποίους και τον Ιωάννη Γεννάδιο. Τιμώντας την 100ή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης, η έκθεση είχε σκοπό να τονώσει την οικονομία της Γαλλίας και να πατάξει την οικονομική ύφεση δίνοντας έμφαση στην επιστήμη, την τεχνολογία αλλά και στις τέχνες. Ο Πύργος του Άιφελ, μια από τις πιο εμβληματικές κατασκευές στον κόσμο, κατασκευάστηκε για την Έκθεση του 1889. Με ύψος 324 μέτρα παρέμεινε το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο για 41 χρόνια. 

Η είσοδος στην έκθεση κόστιζε σαράντα λεπτά, σε μια εποχή που η τιμή ενός «φθηνού» πιάτου κρέατος και λαχανικών σε ένα καφέ του Παρισιού ήταν δέκα λεπτά. Οι επισκέπτες έπρεπε να πληρώσουν πολύ παραπάνω για να επισκεφθούν τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα της έκθεσης. Η αναρρίχηση στον Πύργο του Άιφελ κόστιζε πέντε φράγκα, ενώ η είσοδος σε δημοφιλή πανοράματα, θέατρα και συναυλίες ήταν ένα φράγκο. 

Η έκθεση εξαπλωνόταν σε δύο χώρους. 

Ο κυριότερος ήταν το Πεδίο του Άρεως (Champs de Mars) στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα ποταμού, όπου χτίστηκε και ο Πύργος του Άιφελ, και στη δεξιά όχθη, στην έκταση από το παλάτι του Τροκαντερό, το οποίο είχε χτιστεί για την Έκθεση του 1878, μέχρι τον Σηκουάνα δημιουργήθηκαν πάρκα, κήποι και σιντριβάνια. 

Ένας μικρότερος χώρος στην πλατεία Les Invalides φιλοξενούσε τα περίπτερα των γαλλικών αποικιών. Υπήρχαν πολλά υπαίθρια εστιατόρια και καφέ με τρόφιμα από την Ινδοκίνα, τη Βόρεια Αφρική και άλλες κουζίνες από όλο τον κόσμο. Με σκοπό να αναδείξει τις αποικίες η αποικιοκρατική επίδειξη των αυτόχθονων πληθυσμών προκάλεσε και αντιδράσεις από τους αυτόχθονες. 

 

 Υπερατλαντικό ταξίδι (1893-1894)

Ο Ιωάννης Γεννάδιος επισκέφτηκε τις ΗΠΑ τον Οκτώβριο του 1893 και παρέμεινε εκεί μέχρι και τον Ιούνιο του 1894. Έφυγε για τη Νέα Υόρκη από το Σαουθάμπτον με το υπερωκεάνιο της γραμμής American Line SS Paris, ενώ στην επιστροφή ταξίδεψε με το υπερωκεάνιο Lucania της εταιρείας Cunard από τη Νέα Υόρκη στο Λίβερπουλ. Το λεύκωμα περιλαμβάνει εντυπωσιακά ντοκουμέντα από το ταξίδι του. 

Η εμφάνιση των ατμόπλοιων τον 19ο αιώνα έκανε τις υπερατλαντικές επιβατικές διαδρομές πιο γρήγορες, ασφαλέστερες και αξιόπιστες. Το πρώτο ατμόπλοιο υπερατλαντικής γραμμής θεωρείται το ξύλινο ατμόπλοιο SS Great Western, που κατασκευάστηκε το 1838 και συνέδεε το Μπρίστολ και τη Νέα Υόρκη. Σχεδιασμένο από τον Βρετανό πολιτικό μηχανικό Isambard Kingdom Brunel, έγινε πρότυπο για μια ολόκληρη γενιά παρόμοιων πλοίων. 

Η Βασιλική Ταχυδρομική Εταιρεία Βρετανίας & Βόρειας Αμερικής ξεκίνησε τη διαδρομή Λίβερπουλ-Χάλιφαξ-Βοστώνη το 1840, χρησιμοποιώντας τέσσερα νέα ατμόπλοια κλάσης Britannia και συμβόλαιο ταχυδρομείου από την βρετανική κυβέρνηση. Η εταιρεία εξελίχθηκε αργότερα στη γραμμή Cunard. Για να ανταγωνιστεί την κυριαρχία της γραμμής Cunard, το αμερικανικό κράτος έκλεισε το 1850 συμβόλαιο ταχυδρομείου με την Εταιρεία Ατμόπλοιων Νέας Υόρκης και Λίβερπουλ, η οποία έγινε η Collins Line με τέσσερα πλοία, τα οποία ήταν νεότερα, μεγαλύτερα, πιο γρήγορα και πιο πολυτελή από αυτά της Cunard. 

Ανταγωνισμός (κύρια για το ταχύτερο πλοίο) αναπτύχθηκε μεταξύ των βιομηχανικών δυνάμεων της εποχής—Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ηνωμένες Πολιτείες—για την ανταγωνιστική κατασκευή μεγάλων υπερωκεάνιων ως σύμβολα τεχνικής ικανότητας και εκφράσεις δύναμης, όχι μόνο ως μεταφορικές επιχειρήσεις. 

Το RMS Queen Mary 2 της Cunard Line είναι το μόνο υπερωκεάνιο που πραγματοποιεί ακόμη και σήμερα τακτικές υπερατλαντικές διαδρομές καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, συνήθως μεταξύ Σαουθάμπτον και Νέας Υόρκης. 

 

main-image
Διαφημιστική κάρτα για τις σημαντικότερες ατμοπλοϊκές γραμμές, που πραγματοποιούσαν υπερατλαντικά ταξίδια. Ο Ιωάννης Γεννάδιος ταξίδεψε με την αμερικανική ατμοπλοϊκή γραμμή για Αμερική τον Οκτώβριο 1893.

 Διεθνής έκθεση στο Σικάγο (1893)

main-image
Η μεγάλη ρόδα (λούνα πάρκ) της διεθνούς έκθεσης στο Σικάγο το 1893, βάρους 1200 τόνων, με διάμετρο 250 (ft) και ύψος 264 (ft).

Ο Ιωάννης Γεννάδιος, στο πλαίσιο του ταξιδιού του στις ΗΠΑ, επισκέφτηκε την έκθεση τον Οκτώβριο του 1893 από όπου κράτησε πλήθος ενθύμια. Η Διεθνής Έκθεση του Σικάγο ή Κολομβιανή Έκθεση πραγματοποιήθηκε στο Σικάγο το 1893 (5 Μαΐου ― 31 Οκτωβρίου), για τον εορτασμό της 400της επετείου της άφιξης του Χριστόφορου Κολόμβου στον Νέο Κόσμο το 1492. Επίκεντρο της έκθεσης ήταν μια μεγάλη πισίνα γεμάτη με νερό, η οποία αντιπροσώπευε το μεγάλο ταξίδι του Κολόμβου στον Νέο Κόσμο. Η έκθεση υπήρξε ένα κοινωνικό και πολιτιστικό γεγονός με μεγάλη επιρροή στην αρχιτεκτονική, στις τέχνες και στη γενικότερη εικόνα της πόλης του Σικάγο, καθώς και στον αμερικανικό βιομηχανικό οπτιμισμό. Η έκθεση χρησίμευσε επίσης για να δείξει στον κόσμο ότι το Σικάγο είχε αναγεννηθεί από τις στάχτες της Μεγάλης Πυρκαγιάς του Σικάγου το 1871. 

Η έκθεση κάλυψε 690 στρέμματα (2,8 km2), παρουσιάζοντας σχεδόν 200 νέα, αλλά προσωρινά κτίρια κυρίως νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, κανάλια και λιμνοθάλασσες, καθώς και ανθρώπους και πολιτισμούς από 46 χώρες. Πάνω από 27 εκατομμύρια άνθρωποι επισκέφθηκαν την Έκθεση κατά τη διάρκεια της εξάμηνης λειτουργίας της. Η κλίμακα και το μεγαλείο της ξεπέρασαν κατά πολύ τις εκθέσεις άλλου στον κόσμο και έγινε σύμβολο του αναδυόμενου αμερικανικού εξαιρετισμού (American exceptionalism). 

 

1st in greece ai platform for greek colture

A comprehensive system for managing cultural materials
and collections using artificial intelligence